Μάγιστροι

Ανώτατοι αξιωματούχοι της πρωτοβυζαντινής εποχής στη βαθμίδα του illustris (ιλλουστρίου), μέλη της συγκλήτου και του sacrum consistorium (θείου κοσιστωρίου, συμβουλίου του αυτοκράτορα). Ο πιο σημαντικός αξιωματούχος μετά τον έπαρχο πραιτορίων ήταν ο μάγιστρος των θείων οφφικίων (magister sacrarum officiorum), με γενικότερα καθήκοντα που τον καθιστούν επικεφαλής της διοίκησης και συγκεκριμένα της αυτοκρατορικής γραμματείας (sacra scrinia) και του έργου και των τελετών του κονσιστωρίου. Ο μάγιστρος των θείων οφφικίων ήταν επιπλέον υπεύθυνος για τη διπλωματία, δεχόταν και απέστελλε πρέσβεις και διέθετε τις ανάλογες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων το ταχυδρομείο (που στελεχωνόταν από τους περίφημους agentes in rebus και τους curiosi), που παρείχε επίσης υπηρεσίες πληροφοριών. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η υπαγωγή των επτά συνταγμάτων των Σχολών στην δικαιοδοσία του μαγίστρου, ενώ η δικαστική του δικαιοδοσία αφορούσε το προσωπικό των ανακτόρων και τους περιφερειακούς δούκες (στρατιωτικούς διοικητές των συνόρων). Τέλος, ο μάγιστρος των θείων οφφικίων είχε υπό τον έλεγχό του τα εργαστήρια κατασκευής όπλων και τις αποθήκες όπλων (armamentum).
Το αξίωμα του μαγίστρου έφεραν και οι ανώτατοι στρατιωτικοί διοικητές, δηλαδή οι μάγιστροι των στρατιωτικών (magistri militum, «στρατηλάτες» τον 6ο αι., στρατηγοί και τυπικά από τον 7ο αι.), οι οποίοι επίσης κατατάσσονταν στη βαθμίδα των ιλλουστρίων (praesentales ή παλαιότερα palatini, αλλά και της Ανατολής, του Ιλλυρικού, της Θράκης, της Αρμενίας, της Αφρικής και της Ιταλίας). Το στρατιωτικό αξίωμα της πρωτοβυζαντινής εποχής δημιουργήθηκε εξαιτίας της αφαίρεσης των στρατιωτικών αρμοδιοτήτων από τον έπαρχο πραιτορίων (ήδη επί Κωνσταντίνου Α΄).
Στη μέση βυζαντινή εποχή οι αλλαγές που επήλθαν ιδιαιτέρως στην πολιτική διοίκηση κατά τον 7ο αι. είχαν ως αποτέλεσμα τη μετατροπή του αξιώματος του μαγίστρου των θείων οφφικίων σε τίτλο. Εξαιτίας της προέλευσής του ο νέος τίτλος βρισκόταν ιεραρχικά αμέσως μετά τους τίτλους της βασιλικής οικογένειας, οι τιτλούχοι προέρχονταν αποκλειστικά από την τάξη των πατρικίων και διατηρούσαν μόνο τα τελετουργικά καθήκοντα που κληρονομήθηκαν από την πρωτοβυζαντινή εποχή αλλά και τον συμβουλευτικό ρόλο προς τον αυτοκράτορα. Η απονομή του τίτλου λοιπόν αποτελούσε το επιστέγασμα μιας επιτυχημένης σταδιοδρομίας είτε σε πολιτικά είτε σε στρατιωτικά αξιώματα και αντικατόπτριζε την εμπιστοσύνη του βασιλέως στο πρόσωπο του μαγίστρου. Οι ρόλοι αυτοί του μαγίστρου είναι εμφανείς στις πηγές ήδη τον 8ο αι. Οι σχετικές μαρτυρίες φέρουν τους μαγίστρους πολύ κοντά στον αυτοκράτορα και οι αποστολές που αναλάμβαναν διεκπεραιώνονταν με το κύρος και την επιβολή που συνεπαγόταν η υψηλή ιεραρχική τους θέση. Τον 8ο και τον 9ο αι. οι τιτλούχοι μάγιστροι φαίνεται πως ήταν δύο, εκ των οποίων ο πρώτος, που αναφέρεται επίσης ως «πρωτομάγιστρος» ή «μέγας πρωτομάγιστρος» ήταν επικεφαλής του «σεκρέτου», δηλαδή του αυτοκρατορικού συμβουλίου (παλαιότερα κονσιστωρίου). Η σύγχυση στο Τακτικόν του Φιλοθέου σχετικά με τον αριθμό των μαγίστρων έχει οδηγήσει στην ερμηνεία ότι σε ασαφή χρονολογία μετά τα μέσα του 9ου αι. τον τίτλο έφεραν περισσότεροι από δύο τιτλούχοι. Η δημιουργία του τίτλου του προέδρου για τον παρακοιμώμενο Βασίλειο Λακαπηνό (963) και άλλων τίτλων για τους ευνούχους των ανακτόρων και ο παράλληλος πολλαπλασιασμός των τιτλούχων μαγίστρων (εικοσιτέσσερις σύμφωνα με μία όχι ιδιαιτέρως αξιόπιστη μαρτυρία) προκάλεσε πραγματική υποβάθμιση του τίτλου. Οι τελευταίες αναφορές του τίτλου πριν την οριστική εξαφάνισή του χρονολογούνται στα τελευταία έτη της βασιλείας του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού και στα πρώτα έτη της βασιλείας του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού (1117, 1118, 1125).

Βιβλιογραφία:

Βυζαντινός κόσμος τ. 1, 179-181 (Feissel)· Bury, Administrative system, 29-33· Oikonomidès, Listes, 294· Guilland, Ordre, 14-28· Guilland, Maîtres, 134-141· Jones, LRE, 103· Yannopoulos, Société profane, 44-47· Kelly, Bureaucracy, 187, 188-190· Delmaire, Institutions, 75-95.