Οἶκοι και εὐαγεῖς οἶκοι

Αρχικά ο «οἶκος», όρος που εμφανίζεται όλο και πιο συχνά στην μεσοβυζαντινή εποχή, σηματοδοτεί απλώς την οικία, όπου διαμένουν οι ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές της. Κατ’ επέκταση ωστόσο ο όρος σημαίνει το νοικοκυριό ως οικονομική μονάδα, με τους ανθρώπους του, ιδιοκτήτες και υπηρέτες, και τα περιουσιακά του στοιχεία. Έτσι, στις αφηγηματικές πηγές εμφανίζονται οι «οἶκοι ἐξκουσσᾶτοι», οι οποίοι έναντι κάποιας υπηρεσίας λάμβαναν φορολογικές απαλλαγές από δευτερεύοντες φόρους (εξκουσσεία) ή προσαρτούνταν στην υπηρεσία άλλων προσώπων (π.χ. στρατιωτικών) ή και ιδρυμάτων (συνήθως εκκλησιών ή μονών). Μολονότι ο όρος «οἶκοι» μαρτυρείται για τα νοικοκυριά που βρίσκονταν σε σχέση «στρατείας» με το κράτος, δεν ισχύει το ίδιο για τα αγροτικά νοικοκυριά που αναφέρονται σε πρακτικά από τον 11ο αι., τα οποία παρατίθενται υπό τον επικεφαλής της οικογένειας και τα περιουσιακά τους στοιχεία, αλλά πουθενά δεν αναφέρονται ως «οἶκοι».
Η κύρια σημασία του όρου «οἶκος» αναφέρεται σε έναν μεγάλο οικονομικό «οργανισμό». Οι οἶκοι διακρίνονται στους οίκους του κράτους, κρατικούς ή βασιλικούς (ανήκουν είτε στον αυτοκράτορα είτε στην αυτοκράτειρα ως προσωπική τους περιουσία) οι οποίοι κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή ονομάζονται «θεῖοι οἶκοι», «domus divinae», και στους ιδιωτικούς (των ιδιωτών). Οι οίκοι νοούνται καλύτερα ως μεγάλοι οικονομικοί οργανισμοί, με δικά τους έσοδα, έξοδα και δραστηριότητες. Στην περίπτωση που αφιερώνονται στο φιλανθρωπικό έργο ονομάζονται συγκεκριμένα «εὐαγεῖς οἶκοι». Η διοίκηση των κρατικών και βασιλικών οίκων καθώς και των ευαγών οίκων είναι αρκετά περίπλοκη καθώς η περιουσία του κρατική και βασιλική περιουσία συνολικά αυξάνονται κατακόρυφα από το β΄ ήμισυ του 9ου αι. Έτσι, ενώ μία ομάδα οίκων τον 10ο αι. εμπίπτουν στην υπηρεσία του μεγάλου κουράτορα (π.χ. των Ελευθερίου), ιδιαίτερα μεγάλοι οίκοι, όπως των Μαγγάνων και του Ορφανοτροφείου, παραμένουν αυτόνομοι, ενώ άλλοι υπάγονται στη δικαιοδοσία διαφορετικών υπηρεσιών. Από τον 11ο αι. οι «εὐαγεῖς οἶκοι» είναι γνωστοί ως «εὐαγὴ σεκρέτα» και διοικούνται ο καθένας από έναν οικονόμο. Την εποχή αυτή κάθε οίκος υπάγεται στη δικαιοδοσία του (μεγάλου) «οἰκονόμου τῶν εὐαγῶν οἴκων», η υπηρεσία του οποίου χωρίζεται για λόγους διοικητικής διευκόλυνσης σε Ἀνατολῆς και Δύσεως, για να περάσει στη συνέχεια στη γενική δικαιοδοσία του μεγάλου λογαριαστή «τῶν εὐαγῶν σεκρέτων» (12ος αι.).
Οι οίκοι του κράτους συνήθως έχουν ξεκινήσει ως κτήματα ιδιωτών τα οποία για διάφορους λόγους καταλήγουν στην κυριότητα του κράτους (π.χ. λόγω κατάσχεσης ή λόγω έλλειψης κληρονόμου). Γνωστότερο παράδειγμα είναι ο οίκος του Μυρελαίου που ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Ρωμανό Α΄ Λακαπηνό στον δικό του οίκο. Ένας «οἶκος» του 10ου-11ου αι. αποτελούνταν συνήθως από μεγάλα κτήματα και περιουσιακά στοιχεία διασκορπισμένα σε διαφορετικές επαρχίες της αυτοκρατορίας και διέθετε επίσης συγκροτήματα οικημάτων (ανάκτορα, μοναστήρια, φιλανθρωπικά ιδρύματα όπως γηροκομεία, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία· ο οίκος των Μαγγάνων περιλάμβανε μέχρι και τη νομική σχολή που ιδρύθηκε επί Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου· οι περισσότεροι οίκοι είχαν δικά τους εργαστήρια), και αντλούσε εισοδήματα και από διαφορετικές πηγές. Για το κράτος μετά την αφαίρεση των δαπανών κάθε οίκου τα εισοδήματα ήταν πολύ μεγάλα. Τον 11ο αι. η παραχώρηση της διαχείρισης ενός οίκου σε ιδιώτη αποτελούσε ένδειξη μεγάλης εύνοιας εκ μέρους του αυτοκράτορα και οδηγούσε στον πλουτισμό των ιδιωτών. Γνωστότερες περιπτώσεις είναι η παραχώρηση του οίκου των Μαγγάνων που παραχωρήθηκε διαδοχικά στην Μαρία Σκλήραινα, στον Κωνσταντίνο Λειχούδη και στην αυτοκράτειρα Μαρία της Αλανίας και του οίκου του Μυρελαίου που παραχωρήθηκε στην Άννα Δαλασσηνή από τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό.
Οι οίκοι των ιδιωτών δεν ήταν τόσο μεγάλοι όσο οι κρατικοί, αλλά και μόνο η οργάνωσή τους κατά τα κρατικά πρότυπα (με κουράτορες, οικονόμους κλπ) φανερώνει το μέγεθος των μεγαλύτερων εξ αυτών, οι οποίοι μας είναι γνωστοί από διαθήκες και μοναστηριακά τυπικά ιδίως του 11ου-12ου αι. Πολλοί από τους οίκους των αριστοκρατικών γενών περιλάμβαναν ή ήταν προσαρτημένοι οι ίδιοι σε ένα μοναστήρι, όπου βρίσκονταν και οι ιδιαίτερες κατοικίες των μελών της οικογένειας. Βασικότερο χαρακτηριστικό των οίκων, που επισημαίνει ο Magdalino, είναι ότι σηματοδοτεί μία κοινωνία ανθρώπων, μία κοινωνική ομάδα δηλαδή που αποτελείται από την οικογένεια, τους συγγενείς, τους υπηρέτες, τους οικείους, και τους γείτονες και γνωστούς η είσοδος των οποίων είναι ελεύθερη στον οίκο. Οι οίκοι των ευγενών έχουν τον δικό τους κοινωνικό κώδικα, μερικές φορές εύκολα αναγνωρίσιμο στις αφηγηματικές πηγές, κι έτσι αποκτούν μία ευρύτερη κοινωνική σημασία, καθώς έχουν τη δική τους πολιτική βαρύτητα και ιδιαίτερο πολιτιστικό ρόλο.

Βιβλιογραφία:

ODB, 1517-1518· Kaplan, Propriétés· Oikonomidès, Évolution, 138-140· Oikonomidès, Listes, 313, 318-319· Dölger, Finanzverwaltung, 39-47· Kaplan, Les hommes et la terre, 136-157· Lemerle, Byzance, 272-287· Gascou, Grands domaines, 125-213· Magdalino, Aristocratic oikos, 92-111· Magdalino, Honour, 183-218· Magdalino, Court society, 220· Kazhdan-McCormick, Byzantine Court, 194· Cheynet, Aristocratie et héritage, 53-80· Cheynet, Épiskeptitai, 237-272· Haldon, Recruitement, 49· Ellis, House and family, 247-272· Neville, Authority, 66-98· Grünbart, Inszenierung, 79-129.