Πατήρ πόλεως (pater civitatis)

Το αξίωμα είναι παλαιό και μαρτυρείται αρχικά ως κουράτωρ πόλεως (cura/curator civitatis), πιθανώς και ως «ἔφορος». Αρχικά οι κουράτορες διορίζονταν από τον αυτοκράτορα εκτάκτως για τη ρύθμιση των οικονομικών των πόλεων. Μέχρι τα τέλη του 3ου αι. οι κουράτωρες ήταν μόνιμοι αξιωματούχοι των πόλεων που υποσκέλισαν τη σημασία των βουλευτικών σωμάτων και των οργάνων τους λόγω των διευρυμένων αρμοδιοτήτων τους επί των οικονομικών ζητημάτων των πόλεων. Σταδιακά και μέχρι τον 6ο αι. οι κουράτορες ονομάζονται «πατέρες» των πόλεων και μαρτυρούνται σε πολυάριθμες επιγραφές, στη νομοθεσία αλλά και σε αφηγηματικά κείμενα. Οι αρμοδιότητές τους δεν είναι πολύ σαφείς, καθώς μάλιστα η οικονομική διαχείριση στις αρχές του 6ου αι. το αργότερο περνάει ουσιαστικά στα χέρια των βινδίκων, και καθώς τα έσοδα των πόλεων συρρικνώνονται ακόμα περισσότερο. Οι εξελίξεις αυτές είναι πιθανόν ότι δημιούργησαν εντάσεις εντός των πόλεων, οι οποίες δύσκολα ανιχνεύονται στις πηγές. Ο πατήρ πόλεως ωστόσο εκλέγεται από ένα εκλογικό σώμα αποτελούμενο, σύμφωνα με τη νομοθεσία, από τον επίσκοπο και τον κλήρο, τους «κτήτορες» και σε κάποιες περιπτώσεις τους βουλευτές της πόλεως. Πατέρες πόλεως συνέχισαν να υπάρχουν τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 7ου αι. Η σημασία του αξιώματος για το μεταβατικό στάδιο στη μεσοβυζαντινή εποχή φαίνεται πως δεν ξεχάστηκε, για το λόγο αυτό ο Κωνσταντίνος Ζ΄ αποκαλεί τον έπαρχο της Κωνσταντινούπολης «πατέρα πόλεως» τον 10ο αι.

Βιβλιογραφία:

Jones, LRE, 726, 758-760· Laniado, Recherches, 33-34, 39, 91-94, 173-174, 208-211, 215-6, 219-223· Roueché, Inscription, 173-185.