ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΤΟΜΕΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
Έφη Ράγια

Βυζαντινῶν μέτρον τύχης


Κοινωνοί και κοινωνία

Ο όρος «κοινωνία» στην αρχαιότητα και το Βυζάντιο δεν είχε το περιεχόμενο που του αποδίδεται σήμερα, που αφορά το σύνολο των ανθρώπινων κοινοτήτων. Η προέλευσή του από το ρήμα «κοινωνῶ» σημαίνει τη συμμετοχή σε κάτι, κατά τρόπο δεσμευτικό για τους συμμετέχοντες. Ο Αριστοτέλης αντιλαμβανόταν την «κοινωνία» ως σύνολο σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που αναπτύσσονται εντός μιας «πολιτείας», δηλαδή εντός μιας ρυθμισμένης κοινότητας που υπόκειται σε κανόνες και συνεπάγεται υποχρεώσεις και καθήκοντα για τα μέλη της.
Στο Βυζάντιο ο όρος «κοινωνία» δεν αλλάζει· στις Νεαρές του Ιουστινιανού Α΄ περιγράφει τη συμμετοχή σε μία διαδικασία (π.χ. δικαστική) ή σε ένα έγκλημα (και μάλιστα στην περίπτωση της συνέργειας). Ωστόσο οι πατέρες του 4ου αι., ιδιαιτέρως ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, απέδωσαν νέο, θεολογικό περιεχόμενο, που είχε σχέση με την συμμετοχή στην χριστιανική θρησκεία, και στην συνέχεια τον ανέλαβαν οι νεοπλατωνιστές Πρόκλος και ψευδο-Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο οποίος τον συνδύασε με τον όρο «τάξις» (: ἵν’ ᾖ κατὰ τάξιν ἡ πρὸς τὸν θεὸν ἀναγωγὴ καὶ ἐπιστροφὴ καὶ κοινωνία καὶ ἕνωσις). Ακολούθως η «κοινωνία ὀρθοδόξων» αντιπαρατέθηκε με την «κοινωνία αἱρετικῶν/εἰκονομάχων/ ἑτεροδόξων», αντιπαράθεση ιδιαίτερα τονισμένη σε πηγές όπως τα έργα του Θεοδώρου Στουδίτη. Και εδώ όμως η «κοινωνία» ενέχει προεκτάσεις, εφόσον η προσχώρηση σε δόγμα συνεπαγόταν τον ασπασμό του σχετικού λατρευτικού τυπικού και συμμετοχή, δέσμευση σε ξεχωριστή θρησκευτική «κοινωνία», ενώ σε περίπτωση που το δόγμα αυτό κρινόταν μη επιτρεπτό ή αποκλίνον από τα καθορισμένα στις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας είχε συχνά δυσάρεστες συνέπειες για τους οπαδούς αυτών των δογμάτων. Στις υπόλοιπες πηγές ο όρος «κοινωνία» συχνά χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη συμμετοχή σε συνωμοσία ή εξέγερση, που επέφερε νομικές και κοινωνικές συνέπειες για τους εμπλεκόμενους.
Κατεξοχήν η σημασία του όρου «κοινωνία» αφορά σχέσεις εμπράγματης φύσεως που θεμελιώνουν το δίκαιον της προτίμησης. Κατά τον ίδιο τρόπο που τα χωρία αντιμετωπίζονται από το κράτος ως «κοινότητες», δηλαδή ως φορολογικές ενότητες με ενιαίες φορολογικές υποχρεώσεις, οι φορολογούμενοι χωρίτες είναι στον «Νόμο γεωργικὸ» και σε άλλες νομικές πηγές οι «κοινωνοὶ χωρίου», δηλαδή αυτοί που μοιράζονται τις φορολογικές υποχρεώσεις. Άλλες μορφές εμπράγματου δικαίου, π.χ. η συνιδιοκτησία, επίσης συνιστούν «κοινωνία» και απαντούν συχνά στις πηγές. Στο δίκαιο η «κοινωνία» εμπίπτει επίσης και στο ενοχικό μέρος, εφόσον θεμελιώνει σχέσεις που συνεπάγονται υποχρεώσεις. Η συνηθέστερη χρήση της είναι από αυτή την άποψη η «κοινωνία» ή «ἑταιρεία» (societas στο ρωμαϊκό δίκαιο), δηλαδή η σύναψη οικονομικής σχέσης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων εταίρων, ο καθένας εκ των οποίων καταβάλλει χρηματικό κεφάλαιο, υλικά και/ή προσωπική εργασία. Πρόκειται με άλλα λόγια για τη σύναψη εμπορικής συμφωνίας, στην οποία (κατά το καταστατικό, αν υπάρχει), τα κέρδη μοιράζονται στους συνεταίρους ανάλογα με τα συμφωνηθέντα και το κεφάλαιο που έχει καταβληθεί από αυτούς. Ιδιαίτερη μορφή της συγκεκριμένης «κοινωνίας» αποτελεί η «χρεοκοινωνία» (commenda στα ιταλικά, αναπτύχθηκε ωστόσο στην Ιταλία μόλις τον 13ο αι.), στην οποία ο ένας συμβαλλόμενος καταβάλλει το χρηματικό ποσό και ο άλλος την προσωπική εργασία. Η μορφή αυτή θεωρείται ότι αποτελούσε σταθερό τρόπο χρηματοδότησης του εμπορίου κατά τη μέση βυζαντινή εποχή, δεδομένου ότι η δανειοδότηση ενείχε τον κίνδυνο ολικής οικονομικής καταστροφής του εμπόρου μέσα στις συνθήκες ανασφάλειας που επικράτησαν για την διεξαγωγή του εμπορίου μετά τον 7ο αι.

Βιβλιογραφία:

CIC III, 101.29, 611.6· Θεοδώρου Στουδίτη Επιστολές, αρ. 13.42, 48.247, 479.46, 539.27· Γερολυμάτου, Εμπόριο, 243-246· Παπαγιάννη, Νομολογία, 112-124· Maridaki-Katatza, Financing, 1112-1120.