ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΤΟΜΕΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
Έφη Ράγια

Βυζαντινῶν μέτρον τύχης


Μελίας

Σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές, ο Μελίας (Mleh Mec, Malikh al-Armani) ήταν αρχικά «θεράπων» του Αρμένιου πρίγκιπα Ashot του «Μακρόχειρος» (πιθανώς γόνου της οικογένειας των Βαγρατιδών με καταγωγή από το Ταρών). Αρμενικής καταγωγής προερχόμενος πιθανώς από το γένος των Varazhnuni, οπότε εγγονός του Mliah που σκοτώθηκε από τους Άραβες το 853, ως υποτελής του Ashot ο Μελίας ήρθε στο Βυζάντιο επί Λέοντος Στ΄. Ο Ashot, «ὃν κατὰ τὴν τῶν Ἀρμενίων διάλεκτον Ἀζάτον ἐκάλουν», έλαβε το αξίωμα του δομέστικου των εξκουβιτόρων και πολέμησε στο πλευρό των Βυζαντινών στη μάχη του Βουλγαρόφυγου (896), όπου βρήκε το θάνατο. Ο Μελίας επέστρεψε στο ανατολικό σύνορο, όπου συνέλεξε «συμμορίαν τινὰ τῶν Ἀρμενίων» και επιδόθηκε σε «λῃστουργίαν βαρβαρικὴν», δηλαδή σε πόλεμο φθοράς κατά των Αράβων. Σε αυτό το στάδιο δεν είναι σαφές αν ο Μελίας συνέχιζε να υπηρετεί το Βυζάντιο, ή αν ο θάνατος του άρχοντά του είχε ως αποτέλεσμα την ανεξαρτητοποίησή του, εφόσον μάλιστα ο Πορφυρογέννητος γράφει ότι «πρὸς τὴν τῶν Ἀρμενίων χώραν ἀπάρας», είναι λοιπόν πιθανό ότι η δράση του κατά των Αράβων δεν εντάσσεται κατ’ απόλυτο τρόπο στις παρεχόμενες προς το Βυζάντιο υπηρεσίες. Αργότερα ωστόσο, και ενώ είχε περάσει μία δεκαετία περίπου, ο Μελίας φαίνεται πως ενεπλάκη στη συνωμοσία του Ανδρόνικου Δούκα το 905/6 και αναγκάστηκε μαζί με άλλους (οι πηγές αναφέρουν τον Βασαάκιο, τους δύο αδελφούς του και τον Ισμαήλ τον Αρμένιο, αναμφίβολα ο καθένας από αυτούς με σημαντική «ακολουθία») να βρει καταφύγιο στην Μελιτηνή, τότε υπό αραβική ακόμα κυριαρχία. Με την επέμβαση του στρατηγού του θέματος Χαρσιανού, Ευσταθίου Αργυρού ο Μελίας επέστρεψε στο Βυζάντιο (907 ή 908). Ο Λέων Στ΄ τον διόρισε τουρμάχη σε μία έρημη περιοχή, την Τρυπία της Ευφράτειας, ένας διορισμός που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ευνοϊκός, αλλά τον ενέτασσε, κατά τα φαινόμενα για πρώτη φορά, με επίσημο τρόπο στον κύκλο των κατώτερων αξιωματούχων του Βυζαντίου. Σε αντίθεση με τους άλλους συντρόφους του, καθένας εκ των οποίων είχε «ανταμειφθεί» ανάλογα με την τοποθέτησή του σε κάποιο κάστρο των συνόρων, ο Μέλιας δεν ανακατεύτηκε στην εξέγερση του Κωνσταντίνου Δούκα το 913.
Ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος δίνει έμφαση στη δράση του Μελία επειδή εξαιτίας του το Βυζάντιο επεκτάθηκε εδαφικά σε περιοχές αμφισβητούμενες, όπως η Λυκανδός και η Τζαμανδός. Με έδρα τη Λυκανδό ο Μελίας έθεσε υπό τον έλεγχό του επίσης τη Τζαμανδό και το Συμπόσιον. Υπό την κυριαρχία του η Λυκανδός και οι γύρω περιοχές που ως τότε ήταν έρημες εξαιτίας των συνθηκών πολέμου εποικίστηκαν με Αρμενίους, πιθανώς με τη συνοδεία του Μελία να αποτελεί τον πυρήνα του νέου πληθυσμού (πᾶσα ἡ χώρα μεστὴ γέγονε τῶν Ἀρμενίων). Είναι πιθανόν, αν και δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, ότι η ανοικοδόμηση της Λυκανδού είναι ήδη ένα γεγονός που τοποθετείται στην πρώτη περίοδο δράσης του Μελία, μεταξύ 896 και 906. Μετά την επιστροφή του από τη Μελιτηνή σε δεύτερο διορισμό ο Μελίας διορίστηκε κλεισουράρχης Λυκανδού (ίσως γύρω στο 910 ή 911), και επί της πρώτης βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου (913-920) έγινε ο πρώτος στρατηγός του νέου θέματος της Λυκανδού με τον τίτλο του πατρικίου. Ο Πορφυρογέννητος προσθέτει στο «Πρὸς τὸν ἴδιον υἱὸν Ῥωμανὸν» ότι «μετέπειτα μάγιστρος ἐτιμήθη», έλαβε δηλαδή ένα από τα υψηλότερα αξιώματα της αυτοκρατορίας, γεγονός που χρονολογείται το πιθανότερο στη βασιλεία του Ρωμανού Α΄ Λακαπηνού. Ο Μελίας αναφέρεται ότι συμμετείχε έκτοτε σε σημαντικές επιχειρήσεις στα ανατολικά σύνορα υπό τη γενική στρατηγία του Ιωάννη Κουρκούα, μέχρι το 934, οπότε και κατελήφθη οριστικά η Μελιτηνή από τα βυζαντινά στρατεύματα.
Ο Μελίας στις αρμενικές πηγές χαρακτηρίζεται ως «Μελίας ο μέγας» (Mleh-mec) και στις αραβικές πηγές είναι γνωστός ως «άρχων των στενών» (sahib al-Durub), και αποτελεί ίσως υπόδειγμα ανθρώπου που από την Αρμενία αναγνώρισε την κυριαρχία του Βυζαντίου. Η εικόνα που σκιαγραφείται στις πηγές γι’ αυτόν είναι η εικόνα ενός ημιαυτόνομου δυνάστη ή τοπάρχη που ανταμείφθηκε γενναιόδωρα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο Βυζάντιο. Οι απόγονοί του συνέχισαν να έχουν την έδρα τους στη Λυκανδό (ομώνυμος Μελίας υπηρέτησε επί Νικηφόρου Φωκά και Τζιμισκή ως μάγιστρος και μέγας δομέστικος) ενώ έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι ο Μελίας αποτέλεσε ένα από τα πρότυπα του έπους του Διγενή Ακρίτη στο χαρακτήρα του ἀπελάτη Μελεμέντζη.

Βιβλιογραφία:

De thematibus, 75-76, 143-146· DAI, 238.133-240.166· DAI Commentary, 190-191· ODB 1258, 1334· Μικρά Ασία, 307-313 (Λουγγής)· Rodley, Pigeon house, 311-312, 313-314, 324-325, fig. 6· ΤΙΒ 2, 224· Dédéyan, Les Arméniens en Cappadoce, 76-81· Dédéyan, Les Arméniens sur la frontière, 67-72· Grégoire, Notes épigraphiques, 79-88· Dagron-Mihăescu, Traité, 241, 244, 256-257· Λεοντσίνη, Ποιμένες, 176-177· DO Seals 4, 130-131· Cheynet, Aristocratie, 311· PmbZ 2, αρ. 25041.
http://en.wikipedia.org/wiki/Melias_(general_of_Lykandos)