ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΤΟΜΕΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
Έφη Ράγια

Βυζαντινῶν μέτρον τύχης


Ρωμανός Α΄ Λακαπηνός

Ο Ρωμανός Α΄ Λακαπηνός καταγόταν από το χωριό Λακάπη, μεταξύ της Μελιτηνής και των Σαμοσάτων. Γιος του Αρμενίου Θεοφυλάκτου Αβάστακτου, που έτυχε να σώσει τη ζωή του Βασιλείου Α΄ σε μάχη στην Τεφρική, ο Ρωμανός ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του επί Λέοντος Στ΄ και το 911 υπηρέτησε ως στρατηγός του θέματος Σάμου και στη συνέχεια ως δρουγγάριος του πλωίμου. Το 917 κρίθηκε ένοχος για προδοσία όταν, μετά από διαμάχη του με τον στρατηγό Χερσώνος έχασε τους Πετσενέγγους που επέστρεψαν στα εδάφη τους και έτσι διευκόλυνε την επίθεση των Βουλγάρων. Τον Μάρτιο του 919 ο Λακαπηνός εξουδετέρωσε το σχεδιαζόμενο πραξικόπημα του Λέοντος Φωκά και στις 25 Μαρτίου κατέλαβε το ανακτορικό λιμάνι του Βουκολέοντα με το στόλο του. Αμέσως απομάκρυνε από τα ανάκτορα τους κοντινότερους και πιο επικίνδυνους πολιτικούς συμβούλους που ευνοούσαν τους Φωκάδες, μεταξύ των άλλων και τον πατριάρχη Νικόλαο Α΄ Μυστικό, και αυτοπαρουσιάστηκε έτσι ως προστάτης του ανήλικου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄. Προκειμένου να ενισχύσει το ρόλο του, πάντρεψε την κόρη του, Ελένη, με τον Κωνσταντίνο Ζ΄ και έλαβε αρχικά τον υψηλότατο τίτλο του βασιλεοπάτορος, για να τιμηθεί καίσαρ και στη συνέχεια (24 Σεπτεμβρίου 920) να στεφθεί αυτοκράτωρ.
Ο Ρωμανός Α΄ Λακαπηνός υπήρξε ένας επιτυχημένος και οξυδερκής αυτοκράτορας. Τερμάτισε τον πολυετή πόλεμο με την Βουλγαρία το 924 και υπέγραψε συνθήκη, η οποία, παρά τα γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει, στηρίχθηκε στη συνθήκη του 896 του Λέοντος Στ΄. Ο Βούλγαρος ηγεμών παρόλα αυτά διατηρούσε την αξίωσή του να αναγνωριστεί και να αποκαλείται βασιλεύς Ρωμαίων, γεγονός που συντέλεσε ώστε η κατάσταση να ομαλοποιηθεί μόνο μετά την άνοδο του τσάρου Πέτρου στον θρόνο της Βουλγαρίας, ο οποίος ανανέωσε τη συνθήκη με το Βυζάντιο και νυμφεύθηκε την εγγονή του Ρωμανού Α΄, Μαρία (927). Πιθανώς τότε επανήλθαν τα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών στα όρια του 893. Στις μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες του Ρωμανού Α΄ εντάσσεται η κατάκτηση της Μελιτηνής (934) και της Έδεσας του Ευφράτη (σημ. Urfa), μετά την οποία μεταφέρθηκε τελετουργικά στην Κωνσταντινούπολη το ιερό μανδήλιον (944) από τον δομέστικο των Σχολών, Ιωάννη Κουρκούα. Στο εσωτερικό ο Ρωμανός Α΄ Λακαπηνός εγκαινίασε τη δράση της κεντρικής εξουσίας εναντίον των λεγόμενων «δυνατών» ενισχύοντας το δίκαιο της προτίμησης (928) και λαμβάνοντας μέτρα για την προστασία της μικρής και μέσης ιδιοκτησίας (934) μετά τον λιμό του 927/8. Στο προοίμιο της σχετικής Νεαράς ο νομοθέτης αναφέρει ότι παρακινείται σε αυτή την πράξη όχι μόνο για φιλανθρωπικούς σκοπούς, αλλά κυρίως για το δημοσιονομικό όφελος που προκύπτει από την προστασία της ελεύθερης ιδιοκτησίας.
Ο Ρωμανός Α΄ Λακαπηνός έστεψε βασιλείς τους τρεις γιούς του, Χριστόφορο, Στέφανο και Κωνσταντίνο, φρόντισε ο νεότερος, Θεοφύλακτος, να ανέβει στον πατριαρχικό θρόνο (933, σε ηλικία μόλις 19 ετών), και δημιούργησε ισχυρές συμμαχίες με επιγαμίες που συνήψε με τον οίκο των Μωσηλέ, των Αργυρών και των Σαρωνιτών, αλλά δεν κατάφερε να δημιουργήσει τη δική του δυναστεία και να αντικαταστήσει αυτή των Μακεδόνων. Μάλιστα ο ίδιος, στη διαθήκη του, άφηνε τη βασιλεία στον γαμπρό του και νόμιμο διάδοχο των Μακεδόνων, Κωνσταντίνο Ζ΄. Όταν αυτό έγινε γνωστό, οι γιοί του τον απομάκρυναν στη νήσο Πρώτη (Δεκέμβριος 944). Το 945 όμως ο Κωνσταντίνος Ζ΄ συνέλαβε και εξόρισε τους τρεις γιους του Ρωμανού Α΄, διατηρώντας πλέον μόνος του την εξουσία. Ο Ρωμανός όμως ποτέ δεν επανήλθε στην εξουσία ή στην Κωνσταντινούπολη, και πέθανε εξόριστος τον Ιούνιο του 948.
Ο Ρωμανός Α΄ Λακαπηνός είχε σημαντική υποστήριξη από την αυλή, η οποία του επέτρεψε να ανέλθει στο θρόνο το 920. Η άνοδός του βέβαια προκάλεσε συνομωσίες και επαναστάσεις που καταπνίγηκαν, με αποκορύφωμα την ταπείνωση του Λέοντα Φωκά, αλλά γενικά η βασιλεία του ήταν ασφαλής και μετά το 944 οι συγγένειές του και ιδιαιτέρως οι υποστηρικτές του στα ανάκτορα υποστήριξαν τη μακεδονική δυναστεία, με κύριο εκπρόσωπο τον Βασίλειο Λακαπηνό, νόθο γιο του Ρωμανού. Ο οίκος του Ρωμανού Α΄, το Μυρέλαιον, στον οποίο ανηγέρθη το 922 μία εκκλησία στην οποία για πρώτη φορά ετάφη βυζαντινός βασιλεύς εκτός της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, μετατράπηκε σε ευαγή οίκο και προσαρτήθηκε σε αυτόν σημαντική περιουσία.

Βιβλιογραφία:

PmbZ 2, αρ. 26833· Runciman, Romanus Lecapenus· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β2, 74-80, 86-87, 88-92, 384-385· Βλυσίδου, Αριστοκρατικές οικογένειες, 99-105, 128-131, 133-137· ODB, 1806· Garland, Empresses, 120-123· Μπουρδάρα, Καθοσίωσις, 60-77.
http://www.doaks.org/resources/seals/gods-regents-on-earth-a-thousand-ye...
https://en.wikipedia.org/wiki/Romanos_I_Lekapenos