Άγιος Ανδρέας Κρήτης

Γεννημένος στη Δαμασκό, πιθανώς γύρω στο 660, ο άγιος Ανδρέας έλαβε τη μόρφωσή του πιθανώς στην Δαμασκό και στα Ιεροσόλυμα, όπου επισκεπτόταν τακτικά το ναό της Αναστάσεως. Χειροτονήθηκε ιερεύς και εκάρη μοναχός κατά τον Βίο του από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόδωρο, και στη συνέχεια έγινε νοτάριος και πιθανώς χαρτοφύλακας του πατριαρχείου. Στο πλαίσιο επαφών της εκκλησίας Ιεροσολύμων με την Κωνσταντινούπολη μετά την Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο έλαβε μέρος σε αποστολή στην πρωτεύουσα, όπου μόλις είχε ανέβει στο θρόνο ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός Β΄ (685). Ο Ανδρέας δεν επέστρεψε ποτέ στα Ιεροσόλυμα. Παρέμεινε ως μοναχός σε ένα κελί της πρωτεύουσας, όπου δεχόταν πολλές επισκέψεις, καθώς η φήμη του μεγάλωνε. Πιθανώς μετά το 695 εντάχθηκε στον κλήρο της Αγίας Σοφίας και του ανατέθηκε η διεύθυνση των ευαγών οίκων του Ορφανοτροφείου και του πτωχοκομείου των Ευγενίου. Είναι άγνωστο πόσο χρόνο διοίκησε αυτά τα ιδρύματα, αλλά σύντομα εξελέγη αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Ο άγιος Ανδρέας αρχιεπίσκοπος Κρήτης απεβίωσε στη Λέσβο στις 4 Ιουλίου 740.
Υπάρχουν αρκετές και σημαντικές ασάφειες για την ζωή του αγίου Ανδρέα Κρήτης και παραμένει αμφισβητούμενος ο ρόλος του στις εκκλησιαστικές εξελίξεις της εποχής του. Το όνομά του συνδέεται με την αποκήρυξη των αποφάσεων της Στ΄ Οικουμενικής συνόδου που έγινε κατόπιν ενεργειών του αυτοκράτορα Βαρδάνη-Φιλιππικού το 712, θεωρείται λοιπόν πιθανόν ότι η άνοδός του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο μπορεί να ερμηνευθεί και ως επιβράβευση της υποστήριξης που παρείχε στους μονοφυσίτες/μονοθελήτες αυτοκράτορες της περιόδου 695-713 και ως εκ τούτου να χρονολογηθεί μετά το 711. Αν και ο Βίος του δεν εξηγεί επαρκώς τη στάση του απέναντι στον εικονομάχο αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄, πιθανολογείται επί τη βάσει του συντομευμένου Βίου αλλά και των έργων του, ότι αρνήθηκε να συνεργαστεί με τους εικονομάχους, και για το λόγο αυτό είτε κρατήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από το 730 είτε εστάλη τελικά σε εξορία στη Λέσβο.
Σε κάθε περίπτωση τόσο η σταδιοδρομία του, όσο και οι ενδείξεις που περιλαμβάνονται στο Βίο του, υποδηλώνουν πως υπήρξε άνθρωπος με επιρροή στην Κωνσταντινούπολη που απολάμβανε την αναγνώριση των συγχρόνων του. Ο άγιος Ανδρέας υπήρξε συγγραφέας και θεολόγος, γνωστός κυρίως επειδή θεωρείται ότι είτε δημιούργησε είτε εισήγαγε στην λειτουργία τον κανόνα, ποιητικό είδος που αντικατέστησε το κοντάκιον και σφράγισε την εξέλιξη της βυζαντινής λειτουργίας και εκκλησιαστικής μουσικής. Ο άγιος Ανδρέας επίσης υπήρξε συγγραφέας μιας σειράς ομιλιών και εγκωμίων, μέρος των οποίων εκφωνήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την Auzépy το γεγονός ότι η μνήμη του δεν εορτάζεται ως μάρτυρα της Ορθοδοξίας κατά της Εικονομαχίας οφείλεται στη συγγραφή του Βίου του στα μέσα του 8ου αι., σε εποχή δηλαδή που η Εικονομαχία βρισκόταν ακόμα σε πλήρη εξέλιξη, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να συμπεριληφθεί στο κείμενο η πλήρης δράση του κατά της Εικονομαχίας.
Ο Βίος του Ανδρέα Κρήτης γράφτηκε από τον πατρίκιο και κοιαίστορα Νικήτα. Έχει υποστηριχθεί ότι το κείμενο ανήκει είτε στα τέλη του 9ου-αρχές 10ου αι. είτε στα μέσα του 8ου αι. Το περιεχόμενο φανερώνει υψηλή συγκρότηση και λιτότητα έκφρασης, εξαίροντας τις αρετές του Ανδρέα χωρίς περιττές και κουραστικές λεπτομέρειες. Η ταύτιση του συγγραφέα με κάποιον από τους γνωστούς ομωνύμους του 8ου, 9ου ή 10ου αι. όμως είναι δύσκολη.

Βιβλιογραφία:

Kazhdan, Literature (650-850), 37-54· Beck, Kirche, 500-502· Vailhé, Saint André, 378-387· Λεοντσίνη, Ασηκρήτις, 210· Laurent, Corpus, αρ. 619· ODB 1, 92-93· Auzépy, André de Crète, 1-12· Δετοράκης, Οι άγιοι της Κρήτης, 160-190· Westerink, Nicétas Magistros, 45-46· Trombley, A note, 633-636· PmbZ, αρ. 362, 388.