Αναστάσιος Α΄

Σύζυγος της αυτοκράτειρας Αριάδνης, ο Αναστάσιος Α΄(491-518) ανέβηκε στο θρόνο της αυτοκρατορίας μετά τη δική της, προσωπική επιλογή. Αφού η σύγκλητος, μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Ζήνωνα, δεν κατάφερε να επιλέξει κάποιον για το ύπατο αξίωμα της αυτοκρατορίας, προτάθηκε στην χήρα του, Αριάδνη, να αποφασίσει εκείνη. Ο Αναστάσιος, «ἀπὸ σιλεντιαρίων», δηλαδή προερχόμενος από τις ανακτορικές φρουρές, καταγόταν από το Δυρράχιο και ήταν ήδη εξήντα ετών. Στις 14 Απριλίου 491 στέφθηκε αυτοκράτωρ και στις 20 Μαΐου νυμφεύθηκε την αυγούστα Αριάδνη. Η μακρόχρονη βασιλεία του σημαδεύτηκε από σημαντικές μεταρρυθμίσεις, από τον πόλεμο που αναζωπυρώθηκε στα ανατολικά σύνορα με τους Πέρσες αλλά και από εσωτερικές εντάσεις. Ο πόλεμος εναντίον των Ισαύρων, οι οποίοι τελούσαν υπό την ηγεσία του Λογγίνου, αδελφού του αποθανόντος αυτοκράτορα Ζήνωνα, ο οποίος άμεσα καθαιρέθηκε από τον Αναστάσιο Α΄ από το αξίωμα του μαγίστρου, διήρκεσε μέχρι το 498. Μετά τη νίκη των αυτοκρατορικών στρατευμάτων οι Ίσαυροι μετοικίστηκαν στη Θράκη.
Ιδιαιτέρως σημαντικές είναι οι αποφάσεις του Αναστασίου Α΄ στα δημοσιονομικά. Ο αυτοκράτορας κατάργησε το χρυσάργυρον, φόρο εξάσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας που καταβαλλόταν στις πόλεις από τους εμπόρους ως και τις εκδιδόμενες γυναίκες (σύμφωνα με μία εκδοχή). Για να αποζημιώσει το κράτος για την απώλεια ο Αναστάσιος ίδρυσε την υπηρεσία του ιερού πατριμονίου (sacrum patrimonium), στην οποία υπήγαγε γαίες που διαχειριζόταν ως τότε η υπηρεσία της ειδικής περιουσίας (res privata). Τα εισοδήματα του πατριμονίου τροφοδότησαν έκτοτε το κεντρικό θησαυροφυλάκιο (sacrae largitiones), ενώ τα εισοδήματα της ειδικής περιουσίας συνέχισαν να χρηματοδοτούν τις ανάγκες του βασιλικού οίκου. Ο Αναστάσιος επίσης ρύθμισε την καταβολή του κομμερκίου στην Άβυδο και στο Ιερόν για τα εμπορεύματα που διακινούνταν στην Κωνσταντινούπολη, και έκοψε νέο χάλκινο νόμισμα με πολλές υποδιαιρέσεις για την διευκόλυνση των καθημερινών συναλλαγών. Στις επαρχίες εισήγαγε το θεσμό των βινδίκων, οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με τη συλλογή των φόρων στις επαρχιακές πόλεις. Θεωρείται ωστόσο ότι ο ρόλος τους ήταν τελικά στην πράξη εποπτικός και δεν αντικατέστησαν τους βουλευτές σε αυτό το καθήκον. Στον Αναστάσιο Α΄ οφείλεται και ο πλήρης εκχρηματισμός του βασικού έγγειου φόρου (annonae, capita). Παράλληλα ο αυτοκράτορας απαγόρευσε την υποχρεωτική πώληση προϊόντων στο κράτος για την προμήθευση του στρατού (coemptio, συνωνή) εκτός αν υπήρχε εξαιρετική ανάγκη, με την εξαίρεση όμως της διοίκησης της Θράκης. Τα μέτρα αυτά είχαν γενικά ως αποτέλεσμα την αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας στην αυτοκρατορία, την τόνωση της οικονομίας στην περιφέρεια και τη συγκέντρωση μεγάλων χρηματικών ποσών στα αυτοκρατορικά και κρατικά ταμεία, ωστόσο επισημαίνεται στις πηγές ότι οι αγρότες της Θράκης αισθάνονταν αδικημένοι από την εξαίρεση της συνωνής και για το λόγο αυτό συμμετείχαν μαζικά στην εξέγερση του Βιταλιανού.
Στην εξωτερική πολιτική ο Αναστάσιος Α΄ σημαίνεται κυρίως επειδή η μακρόχρονη ειρήνη που επικρατούσε στο ανατολικό σύνορο διαταράχθηκε με την άρνησή του να καταβάλει το ετήσιο ποσό στους Πέρσες, το οποίο προοριζόταν για την φύλαξη των περασμάτων του Καυκάσου. Ο πόλεμος ξεκίνησε το 502 και κατά τη διάρκειά του αλώθηκε η Άμιδα, σημαντικό προπύργιο των Βυζαντινών στον Ευφράτη. Μετά το πέρας του πολέμου, ο Αναστάσιος οχύρωσε το Δάρας, χωρίον που βρισκόταν πολύ κοντά στην περσική Νίσιβι, το οποίο μετονόμασε Αναστασιούπολη και το μετέτρεψε σε ισχυρό φρούριο με δίκαιον πόλεως και φρουρά. Ο Αναστάσιος προέβη και σε άλλα οχυρωματικά έργα κυρίως στις βορειο-βαλκανικές επαρχίες και ανήγειρε τα Μακρά Τείχη, τα οποία προστάτευαν την άμεση χώρα της Κωνσταντινούπολης από την Θρακική πλευρά. Το οικοδομητικό του πρόγραμμα σε αυτές τις περιοχές προορίστηκε να υποβοηθήσει την αντιμετώπιση των φύλων που έρχονταν πέρα από το σύνορο ου Δούναβη, κυρίως των Βουλγάρων.
Η θρησκευτική πολιτική του Αναστασίου Α΄ διακρίνεται από την προσπάθεια να κρατήσει ισορροπίες μεταξύ των Χαλκηδόνιων (οπαδών της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, 451) και των Μονοφυσιτών, κλίνοντας όμως προς τους Μονοφυσίτες τους οποίους υποστήριξε φανερά στο β΄ ήμισυ της βασιλείας του, με αποτέλεσμα οι ταραχές στην Κωνσταντινούπολη αλλά και σε άλλες πόλεις να αποτελούν ενδημικό φαινόμενο. Το Νοέμβριο του 512 η εξέγερση του δήμου της Κωνσταντινούπολης κατέληξε στην αμφισβήτηση της εξουσίας του και τον ανάγκασε να εμφανιστεί στον ιππόδρομο χωρίς τα βασιλικά διάσημα ζητώντας συγχώρεση. Την ίδια περίπου εποχή ξέσπασε η εξέγερση του κόμητα των φοιδεράτων Βιταλιανού, ο οποίος με πρόσχημα την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας λεηλάτησε βαλκανικές επαρχίες. Η φιλο-μονοφυσιτική υπολιτική είχε επιπτώσεις και στις σχέσεις της Κωνσταντινούπολης με τη Ρώμη, με αποτέλεσμα το λεγόμενο Ακακιανό Σχίσμα (484) να διατηρηθεί μέχρι το 519.
Ο Αναστάσιος Α΄ πέθανε άτεκνος σε βαθιά γεράματα το 518, χωρίς να έχει ορίσει το διάδοχό του.

Βιβλιογραφία:

ODB, 86-87· Χατζηαντωνίου, Θρησκευτική πολιτική· Haarer, Anastasius I· Meier, Anastasios I· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Α΄, 224-236· Jones, LRE, 230-237· Tate, Justinien, 21-62.

https://en.wikipedia.org/wiki/Anastasius_I_Dicorus