Βίνδικες (vindices)

Σύμφωνα με τις πηγές το αξίωμα δημιουργήθηκε κατόπιν εισήγησης του μετέπειτα επάρχου πραιτορίων Μαρίνου του Σύρου (512-513), επί αυτοκράτορος Αναστασίου Α΄ (591-518). Το μέτρο εντάσσεται στο πλαίσιο εξορθολογισμού της είσπραξης των δημοσίων φόρων από τις πόλεις και αφορά στην εποπτεία της είσπραξης από κεντρικά διορισμένους αξιωματούχους θεωρητικά σε κάθε πόλη της αυτοκρατορίας, αλλά είναι πιθανόν ότι ο θεσμός δεν εφαρμόστηκε κανονικά σε όλες τις επαρχίες και όλες τις πόλεις. Οι βίνδικες φαίνεται πως είχαν γενικότερα διαχειριστικά οικονομικά καθήκοντα και στηρίζονταν για το έργο τους στην βοήθεια των επαρχιακών βουλευτών, αλλά ο ίδιος ο αυτοκράτορας τους αποκαλεί «μισθωτάς». Η μεσολάβηση των βινδίκων για την φορολόγηση των πόλεων αποδείχθηκε επικερδής τόσο για το κράτος, όσο και για τους βίνδικες, αλλά είχε ως άμεσο αποτέλεσμα τον περαιτέρω περιορισμό των αρμοδιοτήτων των βουλευτών. Είναι πιθανόν ότι οδήγησε σε διαμάχες μεταξύ των βινδίκων και των πατέρων των πόλεων, και ενδεχομένως η κατηγορία που βρίσκεται εναντίον τους στις πηγές, ότι οδήγησε σε καταστροφή τα βουλευτήρια και τους ίδιους τους βουλευτές να είναι τουλάχιστον εν μέρει, ή υπό συγκεκριμένη οπτική γωνία, αληθινή. Το αξίωμα διατηρήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του 6ου αι.

Βιβλιογραφία:

Μαλάλα Χρονογραφία, 327.74-76· Ευαγρίου Εκκλησιαστική ιστορία, 144.24-32· CIC III, αρ. 38, 246.24-36· Jones, LRE, 235-236, 457· Laniado, Recherches, 27-35· Haarer, Anastasius I, 207-208· Meier, Anastasios I, 130-135.