Βελισάριος

Ο Βελισάριος είναι η προσωπικότητα η οποία συνοδεύει τον Ιουστινιανό Α΄ μέχρι το τέλος της ζωής του. Καταγόταν από την μικρή πόλη Γερμανία (δυτική σύγχρονη Βουλγαρία) και θεωρείται ότι γεννήθηκε μεταξύ 500 και 505, ήταν δηλαδή αρκετά νεότερος του Ιουστινιανού. Ο Βελισάριος ήταν πιθανώς καλής καταγωγής, κρίνοντας από το γεγονός ότι ανήκε στις ανακτορικές φρουρές. Όταν ο Ιουστινιανός έφερε τον τίτλο του στρατηλάτη, ο Βελισάριος εντάχθηκε στη φρουρά του ως «δορυφόρος». Από τη θέση αυτή φαίνεται ότι προήχθη σε δούκας Μεσοποταμίας το 525 και το 529, όταν ξέσπασε ο βυζαντινοπερσικός πόλεμος, ονομάστηκε στρατηγός της Ανατολής (magister militum per Orientem). Μετά από μερικά χρόνια νικηφόρων επιχειρήσεων, ο Ιουστινιανός Α΄ τον ανακάλεσε στην Κωνσταντινούπολη και συνήψε συνθήκη ειρήνης με τους Πέρσες. Την εποχή αυτή, το 532, ο Βελισάριος ήταν ένας εκ των δύο στρατιωτικών που κατέστειλαν τη στάση του Νίκα (Ιανουάριος 532), κατά την οποία σκοτώθηκαν σύμφωνα με εκτιμήσεις 30-35 χιλιάδες άνθρωποι στον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης.
Ο Ιουστινιανός Α΄ χρησιμοποίησε τα ταλέντα του Βελισάριου στο ανατολικό, το δυτικό και το βόρειο μέτωπο, εναντίον Περσών, Βανδάλων, Γότθων και Ούννων. Ο Βελισάριος όμως είναι περισσότερο γνωστός για τις κατακτητικές εκστρατείες του στην βόρεια Αφρική και στην Ιταλία και επισημαίνεται στη βιβλιογραφία ως στρατηγική μεγαλοφυΐα, που πέτυχε πολλές εκπληκτικές νίκες με ελάχιστα μέσα. Κατακτητής της Αφρικής (534) και της Ρώμης (536), ο Βελισάριος άλλαζε συχνά το πεδίο δράσης του κατόπιν εντολών του Ιουστινιανού Α΄. Στάλθηκε έτσι δύο φορές στην Ιταλία (535-540, 544-548) και δύο φορές στο ανατολικό σύνορο (529-531, 541-542), και διεξήγε μία έκτακτη επιχείρηση στο βόρειο σύνορο (559-560).
Παρόλα αυτά ο Ιουστινιανός Α΄ υποπτευόταν τον Βελισάριο, ιδιαίτερα μετά την νίκη του στην Ιταλία. Ο στρατηγός ήταν τόσο δημοφιλής ώστε θα μπορούσε, αν ήθελε, να τον εκθρονίσει. Το γεγονός ότι δεν το έκανε είναι δηλωτικό της πίστης του προς τον αυτοκράτορα. Κατά τον Προκόπιο, ο Βελισάριος ποτέ δεν είχε φιλοδοξίες και κλίση στην πολιτική, αλλά είχε μόνο μία αδυναμία, τη σύζυγό του, Αντωνίνα, με την οποία δεν είχε πάντα καλές σχέσεις. Η Αντωνίνα όμως, η οποία ήταν φίλη της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, συνωμοτούσε συνεχώς και αυτό προκάλεσε προβλήματα και στον Βελισάριο, ενώ οι στενότεροι συνεργάτες του Ιουστινιανού Α΄ υπέβλεπαν ο ένας τον άλλον. Το 542 η υπόνοια ότι συνωμοτούσε, ενώ ο Ιουστινιανός Α΄ είχε αρρωστήσει από την πανούκλα είχε ως αποτέλεσμα να ανακληθεί από το ανατολικό μέτωπο και να συλληφθεί. Ακολούθως για μερικούς μήνες ο Βελισάριος έζησε απομονωμένος και μακριά από τα ανάκτορα, αλλά το 544 αποκαταστάθηκε στη θέση του και του επεστράφη η περιουσία του. Το 548 φαίνεται ότι έγινε έμμεσα στόχος μιας συνωμοσίας που εξυφάνθηκε κατά του Ιουστινιανού ενώ το 562 νέες κατηγορίες, οδήγησαν τον Ιουστινιανό να τον απομακρύνει, για να τον επαναφέρει μόλις ένα χρόνο αργότερα. Ωστόσο, ο Ιουστινιανός Α΄ τίμησε ιδιαιτέρως τον Βελισάριο, απονέμοντάς του τίτλους και αξιώματα και παραχωρώντας του μεγάλο πλούτο. Μετά τη νίκη του στην Αφρική ο αυτοκράτορας του επέτρεψε να τελέσει θρίαμβο στην Κωνσταντινούπολη επιδεικνύοντας τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα, και απεικόνισε τις νίκες του κατά των Βανδάλων στη Χαλκή πύλη των ανακτόρων, ενώ το επόμενο έτος, 535, ξεκίνησε με τη δική του υπατεία, μετά την οποία έλαβε και τυπικά τον τίτλο του πατρικίου. Το 548/9 ο Βελισάριος ήταν πρώτος στην συγκλητική ιεραρχία ως ύπατος και πατρίκιος, πιθανώς όμως, όπως ισχυρίζεται ο Προκόπιος, κατά τρόπο που παράβαινε την ιεραρχική τάξη, και είναι πιθανόν πως η πρωτοκαθεδρία του προκάλεσε τον φθόνο πολλών που εποφθαλμιούσαν τη θέση του και την επιρροή του στον αυτοκράτορα.
Ο ιστορικός Προκόπιος ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του από το επιτελείο του Βελισάριου, τον οποίο γνώριζε καλά και θαύμαζε πολύ, την εποχή που ο Βελισάριος υπηρετούσε ως δούκας Μεσοποταμίας. Ο Προκόπιος δεν σταματά να εκθειάζει στο έργο του Περί πολέμων τις στρατηγικές ικανότητες του Βελισάριου, αλλά και τη γενναιοδωρία του. Κατά τον Προκόπιο ήταν δίκαιος απέναντι στους στρατιώτες του τους οποίους αντάμοιβε κατάλληλα ώστε να πιστοί σε αυτόν, και δίκαιος απέναντι στους γεωργούς, των οποίων τις σοδειές αναγκαζόταν να αγοράσει για την προμήθευση του στρατού. Το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό ωστόσο φαίνεται πως ήταν η μεγάλη «ακολουθία» του Βελισάριου, που απαρτιζόταν από ξένους πολεμιστές (δορυφόροι και υπασπιστές), για τους οποίους θεωρείται πως αποτελούν τον πρόδρομο του σώματος των Βουκελλαρίων του μεσοβυζαντινού στρατού. Η ακολουθία αυτή είχε ήδη συγκροτηθεί μετά τον πρώτο βυζαντινοπερσικό πόλεμο· ο Βελισάριος επέστρεψε με αυτή στην Κωνσταντινούπολη το 532 και την χρησιμοποίησε στη στάση του Νίκα. Ωστόσο δεν έχει διευκρινιστεί αν αυτοί εντάσσονταν στον τακτικό στρατό της εποχής ή αν χρηματοδοτούνταν από τον ίδιο τον Βελισάριο, ο οποίος, σύμφωνα με τον Προκόπιο, ήταν εξαιρετικά πλούσιος. Σε κάθε περίπτωση η διατήρηση τόσο μεγάλης ακολουθίας δεν είναι ένα φαινόμενο που επαναλήφθηκε τον 6ο αι. ούτε αργότερα, συνεπώς η ύπαρξή της γύρω από τον Βελισάριο είναι στην πραγματικότητα απόδειξη της εύνοιας του Ιουστινιανού Α΄ στο Βελισάριο και δεν ενέχει αυτή την εποχή μακροπρόθεσμες κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις.
Ο Βελισάριος πέθανε λίγες εβδομάδες πριν τον Ιουστινιανό Α΄, το 565.

Βιβλιογραφία:

Hughes, Belisarius· Cameron, Procopius, 51-55, 156-164, 171-176· Cheynet, Aristocratie, 310· ODB, 278· Λουγγής, Ιουστινιανός, 32, 174-192, 198-200, 207-223, 250-256, 260-270· PLRE 3, 181-224· Kaldellis, Procopius, 131-132, 143-150, 176-204.