Εξαλείμματα και κλάσματα

Η εγκατάλειψη κτημάτων ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στο Βυζάντιο και οφειλόταν σε τρεις κυρίους λόγους, στις επιδρομές των εχθρών και την αιχμαλωσία ή εκτέλεση του άμαχου πληθυσμού, στις θεομηνίες (συνήθως επαναλαμβανόμενες ανομβρίες ή βαρείς χειμώνες, επίθεση ακρίδων κλπ) ή στην υπερβολική φορολόγηση. Τα κτήματα που είχαν εγκαταλειφθεί ονομάζονταν «ἐξαλείμματα» και το κράτος έδινε το δικαίωμα στους ιδιοκτήτες τους να τα διεκδικήσουν πίσω εντός τριάντα ετών, μετά την παρέλευση των οποίων το κράτος τα ανακήρυττε σε «κλάσματα». Μετά την ανακάλυψη των «ἐξαλειμμάτων» από τους επόπτες υπήρχαν αρκετές διαφορετικές επιλογές για την αντιμετώπιση του φαινομένου: ήταν δυνατόν να ζητηθεί ο φόρος από τους γείτονες (ἀλληλεγγύως), εφόσον το «χωρίον» αποτελούσε μία φορολογική ενότητα για την οποία όλοι οι φορολογούμενοι ήταν υπεύθυνοι. Αυτή η τακτική ωστόσο αναγνωρίζεται στις πηγές ως υπεύθυνη για την υπερβολική φορολογική επιβάρυνση, που οδηγούσε στη φυγή των φορολογουμένων. Ιδανικά λοιπόν η φορολογική πραγματεία του 10ου αι. συνιστά την παραχώρηση φορολογικής απαλλαγής (συμπάθεια, κουφισμός) η οποία αποφασιζόταν κατά περίσταση, ενώ παράλληλα τα εγκαταλελειμμένα κτήματα διατίθεντο στην εκμετάλλευση των γειτόνων. Οι διαδικασίες αυτές μπορούσαν να εφαρμοστούν είτε σε ολόκληρα χωριά, είτε σε συγκεκριμένες αγροτικές εκμεταλλεύσεις (προάστεια, ἀγρίδια, τόποι) ή σε μέρος των φορολογητέων περιουσιακών στοιχείων, ή σε ολόκληρη την περιουσία των φορολογουμένων (στίχοι). Με την ανακήρυξη των εξαλειμμάτων σε κλάσματα ωστόσο το κράτος ουσιαστικά εφάρμοζε κατάσχεση: τα εγκαταλελειμμένα κτήματα αποκόπτονταν από την κοινότητα χωρίου στην οποία ανήκαν, η οποία δεν ήταν πλέον υπεύθυνη για την καταβολή του φόρου που αντιστοιχούσε σε αυτά, γίνονταν «ἰδιόστατα» και περνούσαν στην κυριότητα του δημοσίου, το οποίο μπορούσε να τα δωρίσει σε κάποιον ιδιώτη ή ίδρυμα ή να τα πουλήσει ή να τα θέσει προς εκμετάλλευση με οποιονδήποτε τρόπο (ενοικίαση, εμφύτευση). Οι υποψήφιοι για την αγορά ή εκμετάλλευση των «ἐξαλειμμάτων» μπορούσαν να προέρχονται από όλες τις κοινωνικές τάξεις, ενώ δεν λείπουν παραδείγματα αγοράς τέτοιων γαιών από τις κοινότητες χωρίου συλλογικά. Παρόλα αυτά, η διαδικασία αποκοπής των εξαλειμμάτων ούτε ήταν ευνοϊκή για τη διατήρηση των κοινοτήτων χωρίων, ούτε διευκόλυνε τους αγρότες να επεκτείνουν τις καλλιέργειές τους, ενώ αντίθετα φαίνεται πως ευνοούσαν τους μεγάλους ιδιοκτήτες γης.

Βιβλιογραφία:

Dölger, Finanzverwaltung, 118.41-119.8, 131-132, 138-141· Oikonomidès, Fiscalité, 55-56, 65· Lemerle, Agrarian history, 40-41, 44-45, 78-82· Oikonomides, Role, 1005, 1035· Kaplan, Les hommes et la terre, 211-215, 402-404· Svoronos, Cadastre, 119-120, 122-123· Λαΐου, Αγροτική κοινωνία, 80-83· Ostrogosky, Paysannerie, 46· Bartusis, Εξάλειμμα, 55-81.