Επαρχότητα πραιτορίων (Praefectura praetorio)

Το αξίωμα του επάρχου πραιτορίων προέρχεται από τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αλλά τον 4ο αι. ο Κωνσταντίνος Α΄ αφαίρεσε τις στρατιωτικές αρμοδιότητες και η αρχή της επαρχότητας πραιτορίων έγινε μία καθαρά πολιτική αρχή η οποία υπήρξε καθ’ όλη την πρωτοβυζαντινή εποχή η σημαντικότερη υπηρεσία του πρώιμου Βυζαντίου. Η αρχή της επαρχότητας ήταν ενιαία αλλά για πρακτικούς λόγους ακολούθησε ο διαχωρισμός σε γεωγραφικές περιφέρειες, που πιθανώς εμφανίζεται ήδη επί Κωνσταντίνου Α΄, αλλά σταθεροποιείται μόλις στα τέλη του 4ου αι. Στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος ανώτερος ήταν πάντα ο έπαρχος πραιτορίων της Ανατολής, λόγω έκτασης της δικαιοδοσίας του, του μεγέθους των πόρων που διαχειριζόταν και επειδή έδρευε στην Κωνσταντινούπολη, βρισκόταν λοιπόν πάντα στο κέντρο της εξουσίας· υπήρχε επίσης ο έπαρχος του Ιλλυρικού για το βαλκανικό κομμάτι της αυτοκρατορίας, ενώ ο Ιουστινιανός Α΄ τον 6ο αι. δημιούργησε μία νέα επαρχότητα, την quaestura exercitus Justiniana, και, μετά τις κατακτήσεις, την επαρχότητα της Ιταλίας και την επαρχότητα της Αφρικής. Οι μεταρρυθμίσεις του Κωνσταντίνου Α΄ γενικά στόχευαν στην εξειδίκευση και στην αποτελεσματικότητα, και ειδικότερα στην περίπτωση της επαρχότητας στην τροποποίηση του ρόλου των επάρχων (και ουσιαστικά στη μείωση της τρομακτικής τους δύναμης που πήγαζε ως τότε από τον έλεγχο πόρων, μέσων και αρμοδιοτήτων), ώστε στα τέλη της βασιλείας του είχαν κυρίως οικονομικά καθήκοντα.
Η βασική αρμοδιότητα της επαρχότητας ήταν ο υπολογισμός των εσόδων (η κάθε επαρχότητα στην περιφέρειά της), ο ορισμός του φόρου και η κατανομή του στις επαρχίες, και στη συνέχεια η είσπραξη των φόρων, ακόμα και των άλλων υπηρεσιών, (sacrae largitiones, res privata) σε είδος (συμπεριλαμβανομένων των καθαρών μετάλλων, χρυσού, αργύρου κλπ) και σε νόμισμα, και η κατανομή των δαπανών (κυρίως μισθοί των αξιωματούχων /υπαλλήλων/στρατιωτών αλλά και διοικητικές και στρατιωτικές δαπάνες, συντήρηση δικτύου, δημόσια έργα, ταχυδρομείο και μεταφορές). Γενικά μπορεί να θεωρηθεί ότι η επαρχότητα ήταν μία υπηρεσία η οποία κατάρτιζε και εκτελούσε τον προϋπολογισμό της αυτοκρατορίας. Για να μπορεί να διεκπεραιώνει το έργο της, κάθε επαρχότητα ήταν χωρισμένη σε «διοικήσεις» με επικεφαλής τους βικαρίους (vicarii, βοηθοί) και διέθετε στις επαρχίες ξεχωριστά γραφεία, τα οποία λειτουργούσαν υπό την εποπτεία των επαρχιακών κυβερνητών και τη διεύθυνση των υπαλλήλων της επαρχότητας. Ο έπαρχος πραιτορίων εφόσον είχε ευρείες αρμοδιότητες στις επαρχίες ήταν επίσης αυτός που έλεγχε και διόριζε τους επαρχιακούς κυβερνήτες στις επαρχίες τους.
Ο έπαρχος πραιτορίων προερχόταν από την τάξη των illustres, ήταν μέλος της συγκλήτου, του comitatus (αυτοκρατορική συνοδεία) και του κονσιστωρίου (sacrum consistorium, το ιδιαίτερο συμβούλιο του αυτοκράτορα). Τον 5ο αι. οι αρμοδιότητές του και η αίγλη του αξιώματος ήταν τέτοια, ώστε ο έπαρχος πραιτορίων της Ανατολής ερχόταν πρώτος στην ιεραρχία μετά την βασιλική οικογένεια, ξεπερνώντας τον έπαρχο της Κωνσταντινούπολης. Η σημασία του φαίνεται από το γεγονός ότι το βήμα του ήταν το ανώτερο δικαστικό και εφετικό βήμα της αυτοκρατορίας εφόσον δίκαζε vice sacra (στη θέση και στο όνομα του αυτοκράτορα), και οι αποφάσεις του δεν εφεσιβάλλονταν. Ο έπαρχος πραιτορίων ήταν επίσης ο παραλήπτης των περισσότερων αυτοκρατορικών διατάξεων, διαταγών και νόμων, αναλάμβανε την δημοσιοποίησή τους στη διοικητική μηχανή και στις επαρχίες και πρότεινε ο ίδιος τις απαραίτητες αλλαγές· το γνωστότερο παράδειγμα αποτελεί χωρίς αμφιβολία ο πανίσχυρος έπαρχος πραιτορίων της Ανατολής του Ιουστινιανού Α΄, Ιωάννης ο Καππαδόκης, ο οποίος ήταν πιθανώς ο εμπνευστής πολλών Νεαρών του αυτοκράτορα που περιείχαν διοικητικές μεταρρυθμίσεις. Ρυθμιστικές διατάξεις και διατάγματα εκδίδονταν επίσης από τις επαρχότητες και μερικά από αυτά έχουν συμπεριληφθεί στις νομοθετικές κωδικοποιήσεις της πρωτοβυζαντινής εποχής.
Η επαρχότητα πραιτορίων ήταν λοιπόν πολύκλαδη υπηρεσία στελεχωμένη με πολυάριθμο προσωπικό. Για την μικρή επαρχότητα της Αφρικής που ιδρύθηκε το 533 ο Ιουστινιανός Α΄ όρισε ως προσωπικό περίπου 400 υπαλλήλους, για την μεγάλη επαρχότητα της Ανατολής συνεπώς οι ερευνητές υπολογίζουν τριπλάσιο ή τετραπλάσιο προσωπικό. Οι επαρχότητες πραιτορίων εξαφανίστηκαν τον 7ο αι., αν και για κάποιες υπάρχει η υπόνοια, και οι ενδείξεις, ότι συνέχισαν να υπάρχουν και μέχρι τον 8ο αι. (π.χ. της Ιταλίας). Κατά την επικρατέστερη θεωρία (η οποία δεν έχει μείνει χωρίς αμφισβήτηση) οι αρμοδιότητές τους είχαν διογκωθεί τόσο πολύ, ώστε άρχισε να διαλύεται, δηλαδή κάποιες από τις υπηρεσίες τους άρχισαν να ανεξαρτητοποιούνται, ενώ άλλες εξαφανίστηκαν και εξαιτίας των δραματικών εξελίξεων του 7ου αι. Ωστόσο, ήδη από τον 6ο αι. κάνουν την εμφάνισή τους οι λογοθέτες, αξιωματούχοι με κυρίως οικονομικά καθήκοντα και, αρχικά τουλάχιστον, ειδικές αποστολές.

Βιβλιογραφία:

Jones, LRE, 448-462, 586-591· Βυζαντινός κόσμος τ. 1, 177-179 (Feissel)· Kelly, Bureaucracy, 186-187· Brandes, Finanzverwaltung, 48-62.