Ιουστινιανός Α΄

Ο Ιουστινιανός Α΄ είναι ίσως ο πιο γνωστός αυτοκράτορας του Βυζαντίου, παρόλα αυτά, πολλές πτυχές της ζωής του, ιδιαίτερα πριν την άνοδο στο θρόνο, μας διαφεύγουν. Η καταγωγή και οικογενειακά στοιχεία του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ δεν έχουν καταγραφεί με ακρίβεια στις πηγές. Το όνομά του ήταν Πέτρος Σαββάτιος και ήταν ανεψιός του αυτοκράτορα Ιουστίνου Α΄, καταγόταν δε από ένα μικρό χωριό του Ιλλυρικού (κοντά στη Νις της Σερβίας), ως εκ τούτου θεωρείται ότι ήταν λατινόφωνος.
Ο πρώιμος βίος του Ιουστινιανού Α΄ αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα κάθετης κοινωνικής κινητικότητας στο Βυζάντιο. Ο Πέτρος Σαββάτιος πιθανώς ακολούθησε τον θείο του, Ιουστίνο, στην Κωνσταντινούπολη, πιθανώς στα τέλη του 5ου αι. ή στις αρχές του 6ου αι. Απολύτως τίποτα δεν είναι γνωστό για τη ζωή του στην πρωτεύουσα, αν και έχει διατυπωθεί η υπόθεση, με βάση την απόδοση σε αυτόν της συγγραφής θεολογικών έργων, ότι έλαβε καλή μόρφωση σε αυτό το διάστημα. Σε άγνωστη επίσης στιγμή υιοθετήθηκε από τον άτεκνο Ιουστίνο και έκτοτε έγινε γνωστός με το όνομα Πέτρος Σαββάτιος Ιουστινιανός ή απλώς Ιουστινιανός. Η σταδιοδρομία του Ιουστινιανού είναι μία τυπική συγκλητική σταδιοδρομία, με εξαίρεση βεβαίως την άνοδο στο θρόνο: από τη θέση του στους Σχολαρίους επιλέχθηκε για τη φρουρά των κανδιδάτων, δηλαδή για την προσωπική φρουρά του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄. Μετά την άνοδο του Ιουστίνου Α΄ στο θρόνο της αυτοκρατορίας (518) ο Ιουστινιανός προήχθη κόμης δομεστίκων και στη συνέχεια στρατηλάτης και ιλλούστριος. Το 521 ονομάστηκε ύπατος και άμεσα μετά το έτος της υπατείας του ανταμείφθηκε με τον τίτλο του πατρικίου, οπότε βρέθηκε ιεραρχικά στην υψηλότερη θέση της αυτοκρατορίας. Είναι άγνωστο πότε ακριβώς έλαβε τον τίτλο του νοβελίσσιμου, που τον ενέτασσε και τυπικά στην βασιλική οικογένεια, ή αν, και πότε, έλαβε τον τίτλο του καίσαρα. Σε ολόκληρο το διάστημα της βασιλείας του θείου του ο Ιουστινιανός εμπλεκόταν ενεργά στη διοίκηση αλλά και στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και φαίνεται ότι είχε την απαραίτητη πολιτική υποστήριξη, μόνο όμως με την άσκηση μεγάλης πίεσης της συγκλήτου πείστηκε ο Ιουστίνος Α΄, ενώ ήταν ήδη ετοιμοθάνατος, να στέψει τον Ιουστινιανό αυτοκράτορα την 4η Απριλίου 527. Σε αυτή την περίοδο της ζωής του, πριν το 527 και πιθανώς γύρω στο 525, εμπίπτει και ο γάμος του με την Θεοδώρα, ο οποίος τελέστηκε κατόπιν ειδικού νόμου που επέτρεπε στις γυναίκες που είχαν στιγματιστεί με infamia να ανέλθουν κοινωνικά ως τις ανώτερες κοινωνικές βαθμίδες με την προϋπόθεση ότι αποδεδειγμένα διήγαν αναμορφωμένο βίο.
Η προσωπικότητα, το έργο και η μακρόχρονη βασιλεία του Ιουστινιανού Α΄ (527-565) σφραγίζουν έναν ολόκληρο αιώνα, τόσο εξαιτίας των πολέμων, όσο και εξαιτίας της κωδικοποίησης των νόμων, της στάσης του Νίκα και του μεγαλεπήβολου οικοδομικού του προγράμματος. Ο Ιουστινιανός ενεπλάκη σε μακροχρόνιους πολέμους στο ανατολικό μέτωπο εναντίον των Περσών (527-532, 540-545, 549-557) εξαιτίας της επιρροής των δύο δυνάμεων στις παρά του Καυκάσου χώρες της Ιβηρίας, Λαζικής και Αρμενίας, αλλά και για τα περάσματα του Καυκάσου. Με την εμφάνιση κατάλληλων πολιτικών ευκαιριών στα βασίλεια της Αφρικής και της Ιταλίας ο Ιουστινιανός Α΄ δεν δίστασε να συγκρουστεί με τους Βανδάλους και τους Οστρογότθους αντίστοιχα. Και ενώ η εκστρατεία κατά των Βανδάλων (533-534) ήταν μία από τις πιο επιτυχημένες γενικά στη Βυζαντινή ιστορία, ο πόλεμος στην Ιταλία ήταν μακροχρόνιος (535-540, 541-554) και άφησε τη χώρα κατεστραμμένη εκ βάθρων, τόσο, ώστε θεωρείται ότι η μεσαιωνική ιστορία της Ιταλίας ξεκινάει τον 6ο αι., ενώ ο περσικός πόλεμος, με εναλλασσόμενες επιτυχίες και αποτυχίες, απέδειξε πως η Περσία θα αποτελούσε τον βασικό εχθρό του Βυζαντίου μέχρι και την βασιλεία του Ηρακλείου. Στα Βαλκάνια ο Ιουστινιανός Α΄ προσέγγισε κυρίως διπλωματικά τους λαούς που συνωθούνταν έξω από τα βυζαντινά σύνορα, αλλά κατά τη βασιλεία του κάνουν πολύ έντονη την παρουσία τους οι Σλάβοι και οι Βούλγαροι, ενώ εμφανίζονται για πρώτη φορά και οι Άβαροι. Για να αντιμετωπίσει τις επιδρομές των ξένων λαών στα Βαλκάνια ο Ιουστινιανός προέβη σε ανέγερση πυκνού δικτύου κάστρων που περιγράφεται λεπτομερώς στο έργο Περί κτισμάτων του Προκοπίου.
Στη θρησκευτική πολιτική ο Ιουστινιανός Α΄ υπήρξε αντιφατικός, καθώς βρισκόταν υπό την επιρροή της Θεοδώρας αλλά και επειδή αναγνώριζε την αναγκαιότητα εξεύρεσης λύσης στο μονοφυσιτικό πρόβλημα. Ορθόδοξος ο ίδιος, χρησιμοποίησε τους μονοφυσίτες μοναχούς και επισκόπους για τον προσηλυτισμό των εθνικών της Μικράς Ασίας. Μετά το θάνατο της Θεοδώρας όμως (548) η Ε΄ Οικουμενική σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (553) καταδίκασε τα λεγόμενα Τρία κεφάλαια, συγγράμματα επιφανών εκκλησιαστικών εκπροσώπων της Ανατολής και η κίνηση αυτή συντέλεσε στην βάθυνση του χάσματος μεταξύ Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών. Παράλληλα η ανοχή του Ιουστινιανού Α΄ σε άλλες αιρέσεις και στις εθνικές λατρείες υπήρξε ελάχιστη ως και μηδενική, με εξαίρεση την περίπτωση των Εβραίων και των Σαμαρειτών. Το 529 έκλεισε η πλατωνική Ακαδημία των Αθηνών, φυτώριο νεοπλατωνικών ιδεών που μεταξύ των άλλων αφορούσαν και τη χριστιανική θεώρηση. Παρά το γεγονός ότι σύντομα η Ακαδημία επαναλειτούργησε, η δίωξη των εθνικών και των αιρετικών ήταν διαρκής καθ’ όλη τη βασιλεία του Ιουστινιανού Α΄, κατά την οποία παγιώνεται ο αποκλεισμός τους από την «στρατεία» οποιασδήποτε μορφής, ποινή που επιφέρει κοινωνική υποβάθμιση και απώλεια σημαντικών προνομίων. Πολλές πτυχές της εκκλησιαστικής πολιτικής του Ιουστινιανού Α΄ είναι εμφανείς στον Κώδικα, στον οποίο συμπεριλήφθηκαν, στη δεύτερη έκδοση, όλοι οι νέοι νόμοι που αφορούσαν την Εκκλησία και το μοναχισμό που είχαν εκδοθεί μέχρι το 534. Η σημασία της Κωδικοποίησης των νόμων που ξεκίνησε αμέσως μετά την άνοδο του Ιουστινιανού στο θρόνο έγκειται στο γεγονός ότι αποτέλεσε στο εξής την μοναδική πηγή δικαίου για την απονομή της δικαιοσύνης, ενισχύοντας έτσι την ισονομία για τους υπηκόους της αυτοκρατορίας. Η κωδικοποίηση επίσης ανάγει, μαζί με τον Κώδικα, τον ίδιο τον αυτοκράτορα σε μοναδική πηγή δικαίου, ενισχύοντας έτσι την δικαιοδοτική του ικανότητα αλλά και προβάλλοντάς τον ως μοναδική αρχή αρμόδια για την αναθεώρηση ή κατάργηση των νόμων.
Παρόλα αυτά η βασιλεία του Ιουστινιανού Α΄ έχει επισημανθεί ως βασιλεία με πολλά προβλήματα. Χωρίς να είναι δυνατόν σήμερα να αποκαλυφθεί η απόλυτη ιστορική αλήθεια, η σύγχρονη έρευνα κυριαρχείται κυρίως από τις αρνητικές κρίσεις του βασικού ιστορικού του 6ου αι., Προκοπίου, του οποίου το έργο Ανέκδοτα αποτελεί έναν πραγματικό λίβελλο εναντίον του Ιουστινιανού Α΄. Ο αυτοκράτορας κατηγορείται κυρίως για την υπερφορολόγηση, για τη διαφθορά των υπαλλήλων αλλά και των ανώτερων αξιωματούχων όπως ο έπαρχος πραιτορίων Ιωάννης Καππαδόκης, για τον δεσποτισμό του, την έλλειψη ανοχής ιδιαίτερα προς τους εθνικούς και την συμπίεση των πλουραλιστικών τάσεων της εποχής, για την αδιαφορία του μπροστά στη δυστυχία που προκαλούσε είτε η φτώχεια, είτε οι πόλεμοί του, είτε και τα δύο, για την απληστία του και την αρπακτικότητα που χαρακτήρισαν τη στάση του απέναντι στους συγκλητικούς. Κατηγορείται ακόμα τουλάχιστον ως ηθικός αυτουργός φόνων που θεωρείται ότι άνοιξαν το δρόμο του για το θρόνο επί της βασιλείας του θείου του, Ιουστίνου Α΄, ενώ οι πόλεμοί του ιδιαιτέρως στη Δύση πιστεύεται ότι, εκτός του ότι αποτελούν απόδειξη της μεγαλομανίας του και της άκαιρης φιλοδοξίας του να ανασυστήσει τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, επιβάρυναν ιδιαιτέρως τον κρατικό προϋπολογισμό. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ωστόσο, ο Ιουστινιανός Α΄, που ακόμα και ενώ ζούσε χαρακτηρίστηκε «ο ακοίμητος αυτοκράτωρ», υπήρξε ένας ευσυνείδητος αυτοκράτορας που προσπαθούσε με την έκδοση νέων νόμων (Νεαρών) να καλύψει τα νομικά κενά, να διορθώσει διοικητικές στρεβλώσεις, να επιφέρει αλλαγές στο σύστημα της διακυβέρνησης (κατανομή-συλλογή φόρων και απονομή δικαιοσύνης) που θα βοηθούσαν στον περιορισμό της κατάχρησης των πόρων του κράτους από τους αξιωματούχους και τους βοηθούς τους οποιασδήποτε βαθμίδας αφενός, και της καταπίεσης των φορολογουμένων αφετέρου. Οι νόμοι του έθιξαν τα, ιστορικά τον 6ο αι. εμπεδωμένα λόγω της μακροχρόνιας ρωμαϊκής πρακτικής, οικονομικά προνόμια όσων εμπλέκονταν με κάποιο τρόπο στην άσκηση εξουσίας όλων των επιπέδων (πολιτικού-οικονομικού και στρατιωτικού). Σε συνδυασμό με την άσκηση αυστηρής εποπτείας και ελέγχου του συνόλου του κρατικού μηχανισμού και των αξιωματούχων, φαίνεται πως αυτό το σύστημα διακυβέρνησης απείλησε σοβαρά την οικονομική και κοινωνική θέση όχι μόνο ατόμων, αλλά και ολόκληρων κοινωνικών ομάδων. Γενικά λοιπόν η κριτική που ασκείται στον Ιουστινιανό Α΄ είναι άνευ προηγουμένου και δεν επαναλαμβάνεται ποτέ ξανά στο Βυζάντιο, και αφορά στην πραγματικότητα τον μετασχηματισμό της βυζαντινής κοινωνίας και οικονομίας, και −ίσως κυρίως− τον σφετερισμό από το κράτος εισοδημάτων, που ως τότε ξέφευγαν από τον κρατικό προϋπολογισμό και κατέληγαν στα ιδιωτικά ταμεία των αξιωματούχων, οι οποίοι ήταν αρχικά υπεύθυνοι για τη διαχείρισή τους.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης βασιλείας του, ο Ιουστινιανός Α΄ δεν απειλήθηκε ποτέ σοβαρά στην κατοχή του θρόνου. Η στάση του Νίκα, που ξεκίνησε ως μία απλή διαμάχη των Πρασίνων και των Βενέτων με αυλικό αξιωματούχο, εξελίχθηκε σε κανονική εξέγερση (Ιανουάριος 532) των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης κατά την οποία κάηκε ένα μέρος της πόλης, αλλά πνίγηκε στο αίμα (οι νεκροί σύμφωνα με τις πηγές ανέρχονταν σε 30-35 χιλιάδες). Ο Ιουστινιανός, μολονότι καταδίκασε σε θάνατο τους συγκλητικούς που συνεργάστηκαν με τους δήμους για την ανατροπή του, αργότερα αποκατέστησε τους υπόλοιπους συγκλητικούς που είχαν εμπλακεί. Για να κατευνάσει τα πνεύματα φαίνεται ότι απομάκρυνε για κάποιο διάστημα τον έπαρχο πραιτωρίων, Ιωάννη Καππαδόκη καθώς και τον κοιαίστορα Τριβωνιανό, τους οποίους επανέφερε αργότερα, ενώ και ο στρατηγός Βελισάριος ενεπλάκη αρκετές φορές σε διάφορες συνωμοσίες, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί η υπαιτιότητά του. Και μολονότι υπάρχει η άποψη ότι η οικονομική καταπίεση ήταν αιτία για τις ταραχές που σημειώθηκαν τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας αυτή την εποχή, το θέμα επίσης εμπίπτει στη σφαίρα του μετασχηματισμού της κοινωνίας και της οικονομίας. Τα σοβαρότερα προβλήματα της βασιλείας ίσως τελικά συνοψίζονται στην μακρόχρονη διάρκεια του ιταλικού και του περσικού πολέμου, αλλά και στην πανώλη, που ξέσπασε το 542 και θεωρείται ότι στοίχισε τη ζωή στο 25% του πληθυσμού (ο ίδιος ο Ιουστινιανός προσβλήθηκε από την ασθένεια), το οποίο επίσης επηρέασε προς το χειρότερο την οικονομία και μάλιστα σε βάθος χρόνου.
Συνολικά, παρά τα πολύ σοβαρά και σύνθετα προβλήματα της εποχής, η βασιλεία του δεν μπορεί να αποτιμηθεί αρνητικά, κι αυτό κυρίως γιατί η ανάκτηση της Ιταλίας την ενέταξε εκ νέου στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (κι ας ήταν αυτή το ανατολικό της τμήμα) και η βυζαντινή παρουσία στη χερσόνησο διήρκεσε ως το 1071. Επιπλέον, η κωδικοποίηση των νόμων όχι μόνο καθόρισε την απονομή δικαιοσύνης στο μέσο Βυζάντιο και την εξέλιξη του δικαίου, αλλά αποτέλεσε τη βάση για τις νομοθεσίες πολλών σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών. Το μεγαλεπήβολο κατασκευαστικό του πρόγραμμα μπορεί να απέτυχε στην περίπτωση των Βαλκανίων, που σύντομα κατακλύστηκαν από τους Σλάβους, αλλά άφησε τα πιο σημαντικά δείγματα τέχνης, η εξέλιξη της οποίας οδηγεί στη γνωστή βυζαντινή τέχνη, μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς του Βυζαντίου, στην Κωνσταντινούπολη, στην Ιταλία, στο Σινά, στα Ιεροσόλυμα. Οι πολεμικές αναμετρήσεις της βασιλείας ωστόσο άφησαν σύμφωνα με τις πηγές τα ταμεία άδεια και μολονότι υπήρξαν οι αυτοκράτορες που θέλησαν να τον μιμηθούν, ακόμα και οι ίδιοι οι Βυζαντινοί είχαν συνολικά μεγάλη αμηχανία στην αποτίμηση της διακυβέρνησής του. Ο Ιουστινιανός Α΄ πέθανε το Νοέμβριο του 565 σε βαθιά γεράματα, χωρίς να έχει αφήσει απογόνους. Τη βασιλεία ανέλαβε ο ανεψιός του, Ιουστίνος Β΄.

Βιβλιογραφία:

Mazal, Justinian I· Moorhead, Justinian· Evans, Justinian· Tate, Justinien· Meier, Zeitalter· Rubin, Zeitalter· Καλδέλλης-Αναγνωστάκης, Ιουστινιανός· Bell, Social conflict· Krumpholz, Aspekte· Humfress, Law and legal practice, 161-184· Humfress, Laws’ Empire, 81-108· Pazdernik, Justinianic ideology, 185-205· Simon, Gesetzgebung, 23-35· Maas, Roman questions, 3-27· Croke, Justinian under Justin, 13-56· Lokin, Law and Legislation, 71-76, 82, 89-90· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Α΄, 250-301· Dvornik, Political philosophy, 716-723, 815-828· Καρπόζηλος, Ιστορικοί και χρονογράφοι τ. Α΄, 388-419· Jones, LRE, 269-302.
http://www.doaks.org/resources/seals/gods-regents-on-earth-a-thousand-ye...
https://en.wikipedia.org/wiki/Justinian_I