Καπνικόν

Το «καπνικόν» είναι ένας από τους δύο βασικούς φόρους της μεσοβυζαντινής εποχής. Πρόκειται ουσιαστικά για τον φόρο της οικογενειακής εστίας, για τον οποίο είναι υπόλογος ο αρχηγός, κατ’ επέκταση ο φορολογούμενος, της οικογένειας. Το καπνικόν είναι γνωστό μόλις από τις αρχές του 9ου αι., αλλά θεωρείται ότι η προέλευσή του ανάγεται στον 7ο ή στον 8ο αι. εφόσον οι ερευνητές το έχουν συνδέσει με τα μέτρα του Κώνστα Β΄ (641-668) και του Λέοντος Γ΄ (717-741) στην Ιταλία. Το καπνικόν καταβάλλονταν ομοίως από ιδιοκτήτες γης και εξαρτημένους καλλιεργητές. Θεωρείται ότι το ύψος του φόρου ήταν σταθερό, παρόλα αυτά από τον 8ο αι. ως τον 11ο αυξήθηκε τουλάχιστον κατά 20% (από δύο σε τρία ως έξι μιλιαρήσια κατά περίπτωση). Ωστόσο οι σταθερές τιμές του φόρου συντέλεσαν ώστε να δίνεται ευκολότερα γενικευμένη απαλλαγή από το καπνικόν σε μεγάλες περιοχές της αυτοκρατορίας (συνηθέστερα ως ανταμοιβή) ή σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες (συνήθως στους παροίκους των μοναστηριών και ευαγών οίκων).

Βιβλιογραφία:

Oikonomidès, Fiscalité, 29-31, 72, 158-159, 161, 255· Zuckerman, Studies, 80-84, 100-102· Oikonomides, The role of the state, 997· Dölger, Finanzverwaltung, 51-53· Kaplan, Les hommes et la terre, 547-549· Brandes, Finanzverwaltung, 46-46-47, 205, 380· Haldon, Byzantium, 148-153· Cosentino, Byzantine navy, 595-601.