Κομμέρκιον και κομμερκιάριοι

Το κομμέρκιον είναι ο εμπορικός φόρος της βυζαντινής αυτοκρατορίας, γνωστός από την μεσοβυζαντινή εποχή, που πιθανώς ήταν συνέχεια του ρωμαϊκού φόρου (octava, 12,5% επί της αξίας του εμπορεύματος). Ωστόσο το «κομμέρκιον» και οι υπάλληλοι που το συνέλεγαν, οι «κομμερκιάριοι», στο Βυζἀντιο συνδέονται με σημαντικές παραμέτρους της οικονομίας και των θεσμών του Βυζαντίου που έχουν προκαλέσει πολλές συζητήσεις, τόσο ως φόρος επί των εμπορευμάτων (πιθανώς 10% επί της αξίας, οπότε και ονομάζεται «δεκατεία» σε κάποιες πηγές), όσο και ως θεσμός συνδεόμενος με το εμπόριο μετάξης, αλλά και με το πολυσυζητημένο θέμα των «αποθηκών».
Ως εμπορικός φόρος το κομμέρκιον ήταν έμμεσος φόρος που επιβαλλόταν στη διακίνηση των εμπορευμάτων (εισαγωγές, εξαγωγές και πωλήσεις), ύψους 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων που διακινούνταν. Ήδη από την πρωτοβυζαντινή εποχή είναι γνωστό ότι ο φόρος καταβαλλόταν στη Μεσοποταμία (Νίσιβις/Δάρας) και στο Κλύσμα (Αίγυπτος). Οι έμποροι που εισήγαγαν προϊόντα για την αγορά της Κωνσταντινούπολης κατέβαλλαν το φόρο στην Άβυδο, αν έρχονταν από το Αιγαίο, και στο Ιερόν, αν έρχονταν από τον Πόντο. Κατά τη μεσοβυζαντινή εποχή στα ανατολικά σύνορα το κομμέρκιον καταβαλλόταν στη Μεσοποταμία και τη Χαλδία. Όπως και κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή οι δούκες Μεσοποταμίας και Παλαιστίνης λάμβαναν μέρος τουλάχιστον του μισθού τους από τους κομμερκιαρίους Μεσοποταμίας και Κλύσματος αντίστοιχα, έτσι και στη μεσοβυζαντινή εποχή οι στρατηγοί Μεσοποταμίας και Χαλδίας πληρώνονταν εξολοκλήρου από το κομμέρκιον των θεμάτων τους. Από τις αραβικές πηγές είναι επίσης γνωστό ότι το κομμέρκιο καταβαλλόταν στα δύο σημαντικότερα λιμάνια της βόρειας και της νότιας Μικράς Ασίας, την Τραπεζούντα (θέμα Χαλδίας) και την Αττάλεια αντίστοιχα (θέμα Κιβυρραιωτών).
Η νομοθεσία κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή ρύθμιζε με αυστηρούς όρους την εισαγωγή και μεταπώληση του μεταξιού. Τον 6ο αι. η δραστηριότητα αυτή, την οποία επέβλεπαν οι κομμερκιάριοι, συνδεόταν ιδιαιτέρως με την πόλη της Τύρου και την Βηρυτό (επαρχία Φοινίκης), που είχαν ανεπτυγμένη βιοτεχνία πορφύρας, και την Αντιόχεια (επαρχία Συρίας Α΄), για την εξυπηρέτηση των αναγκών της μάλιστα μαρτυρούνται οι «αποθήκες». Ο θεσμός των «αποθηκών», ο οποίος κατά μία εκτίμηση συνδέεται με τα ρωμαϊκά όρια (horrea), στο β΄ ήμισυ του 7ου αι. μετατρέπεται σε θεσμό για τον οποίο αποκλειστικά υπεύθυνοι είναι οι «γενικοί κομμερκιάριοι» οι οποίοι φέρουν συγκλητικούς τίτλους και οι οποίοι έχουν αφήσει το σημαντικότερο ποσοτικά δείγμα βυζαντινών σφραγίδων του Βυζαντίου, κάθε μία εκ των οποίων χρονολογείται συστηματικά κατ’ έτος (ινδικτιώνα). Έτσι, ο θεσμός των αποθηκών και του διαδόχου θεσμού των βασιλικών κομμερκίων (8ος αι.) απλώνεται σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και αφορά είτε ολόκληρες επαρχίες (συνηθέστερα) είτε πόλεις (σπανιότερα) είτε περιοχές (πιο σπάνια). Δύο βασικές θεωρίες εξηγούν την ανάπτυξη του θεσμού ως εξής: α) σχετίζεται με την εξάπλωση του εμπορίου της μετάξης και β) σχετίζεται με την, σχεδόν παράλληλη χρονικά, ανάπτυξη του θεσμού των θεμάτων, τον οποίο με κάποιο τρόπο υποστηρίζει –ελλείψει πληροφόρησης δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς το ακριβές αντικείμενο του θεσμού ούτε ως προς τις λεπτομέρειες του υποστηρικτικού μηχανισμού. Σχετική με τη δεύτερη θεωρία είναι η άποψη ότι ο θεσμός εξυπηρέτησε την συλλογή φόρου σε είδος (συνωνή), μάλιστα η τελευταία εκ των θεωριών αφορά στην (πιθανή) εμφάνιση του θεσμού όχι στις ανατολικές επαρχίες, όπου πρωτοεμφανίστηκαν τα θέματα, αλλά στις δυτικές, δηλαδή στην Αφρική και στη Σικελία. Ένας αριθμός σφραγίδων που χρονολογούνται σε συγκεκριμένα έτη μπορούν να συνδεθούν, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, με συγκεκριμένες επιχειρήσεις του βυζαντινού στρατού. Μετά την εξαφάνιση του θεσμού και των μεταλλάξεών του (επί Θεοφίλου, 829-842), ο θεσμός του κομμερκίου και του αρμόδιου υπαλλήλου, του κομμερκιαρίου, παραμένει εξυπηρετώντας καθαρά εμπορικούς σκοπούς. Την επίβλεψη της παραγωγής και εμπορίας μετάξης ανέλαβαν ήδη από τα μέσα του 8ου αι. άλλοι υπάλληλοι. Το κομμέρκιον ήταν ένας βαρύς φόρος και τα έσοδα ήταν το πιθανότερο υπολογίσιμα για το κράτος. Έτσι, η παραχώρηση απαλλαγής από την αυτοκράτειρα Ειρήνη για το έτος 801 ήταν ένα φιλολαϊκό μέτρο που χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από τους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, εφόσον η μείωση αναμενόταν να μετακυλήσει στους αγοραστές. Το κράτος συνήθως διευκόλυνε ξένους εμπόρους για την καταβολή του κομμερκίου χωρίς να παραχωρεί γενικευμένη απαλλαγή. Πιο γνωστή είναι η περίπτωση των Βενετών, για τους οποίους το κομμέρκιον ορίστηκε σε συγκεκριμένο ποσό κατ’ αποκοπή από τον Βασίλειο Β΄. Ο φόρος για τους Βενετούς μηδενίστηκε εντελώς για πρώτη φορά από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό το 1082 έναντι ναυτικής βοήθειας εναντίον των Νορμανδών. Μειωμένο κομμέρκιον κατέβαλλαν και άλλοι έμποροι από τη Δύση, πιθανώς οι Αμαλφιτανοί, και με βεβαιότητα οι Πισάτες και οι Γενουάτες. Οι απαλλαγές των δυτικών εμπόρων καθιστούσαν δύσκολη τη θέση των Βυζαντινών εμπόρων που συναλλάσσονταν μαζί τους και παρόλα αυτά ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν το «κομμέρκιον», κι έτσι το αίτημα για την φορολογική τους ελάφρυνση ήταν ζητούμενο καθ’ όλο τον 12ο αι.

Βιβλιογραφία:

Antoniades-Bibicou, Douanes· Hendy, Studies, 626-634, 654-662· Brandes, Finanzverwaltung, 239-426· Oikonomides, Silk trade, 33-53· Oikonomides, Role, 983-988, 1007-1008· Oikonomides, The commerciarios of Constantinople, 235-244· Oikonomides, The economic region of Constantinople, 227, 230· Γερολυμάτου, εμπόριο, 204-215· Haldon, Byzantium, 232-253· Haldon, Byzantine history, 74-75· Prigent, Le rôle des provinces, 290-294· Cosentino, Economia e fiscalità, 58-72· Montinaro, Premiers commerciaires, 351-418.