Λογοθέτες

Ο ελληνικός αυτός όρος σημαίνει «λογιστής» και αρχικά χρησιμοποιούνταν για υπαλλήλους της επαρχότητας πραιτορίων που είχαν γενικά λογιστικά καθήκοντα. Κατώτεροι λογοθέτες με αυτή την έννοια μαρτυρούνται ήδη στους παπύρους που προέρχονται από την Αίγυπτο, αλλά αυτοί δεν έχουν σχέση με τους λογοθέτες που μαρτυρούνται από τα τέλη του 5ου αι. ως ανώτεροι υπάλληλοι, οι οποίοι ορίζονται απευθείας από τον αυτοκράτορα με αρμοδιότητα στη διαχείριση των χρημάτων στις επαρχίες και με αμοιβή 1/12 του ποσού που θα συγκέντρωναν. Τον 6ο αι. οι λογοθέτες εμφανίζονται ιδιαιτέρως να έχουν αρμοδιότητες σε θέματα φορολόγησης αλλά και χρηματοδότησης του στρατού, συνδέονται λοιπόν το πιθανότερο με τις τράπεζες του γενικού και του στρατιωτικού της επαρχότητας πραιτορίων.
Στη μέση βυζαντινή εποχή εμφανίζονται σε πολλές πηγές, και βεβαίως στα τακτικά πρωτοκαθεδρίας, οι λογοθέτες «τοῦ γενικοῦ», «τοῦ στρατιωτικοῦ», «τοῦ δρόμου» και του «(ε)ἰδικοῦ», ενώ σπανιότερα αναφέρονται οι λογοθέτες «τῶν ἀγελῶν». Οι λογοθέτες του γενικού ήταν αρμόδιοι για τη φορολόγηση και η υπηρεσία ξεκάθαρα προήλθε από την «γενικὴ τράπεζα» της επαρχότητας πραιτορίων. Το λογοθέσιο του γενικού ήταν μία μεγάλη υπηρεσία αρμόδια για την τήρηση των κτηματολογίων και των φόρων που αντιστοιχούσαν στα περιουσιακά στοιχεία των φορολογουμένων, με πολλούς υπαλλήλους οι οποίοι αποστέλλονταν τακτικά στις επαρχίες για την ενημέρωση των οικονομικών στοιχείων και για τη συλλογή των φόρων. Η υπηρεσία του λογοθέτη του δρόμου, αρμόδιου για το ταχυδρομείο και για τις εξωτερικές υποθέσεις (υποδοχή/αποστολή πρέσβεων) συνδέεται με την υπηρεσία του μαγίστρου των θείων οφφικίων και εμφανίζεται μόλις τον 8ο αι. Το λογοθέσιο του δρόμου ήταν το κατεξοχήν λογοθέσιο και οι πηγές όταν κάνουν λόγο απλώς για «λογοθέτες» χωρίς άλλη ένδειξη, εννοούν πάντα τους λογοθέτες του δρόμου, οι οποίοι καθημερινά ενημέρωναν τον αυτοκράτορα για τις τρέχουσες υποθέσεις. Για τον λογοθέτη του στρατιωτικού, μολονότι εμφανίζεται ήδη το 680 στην Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο, υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τις αρμοδιότητές του σχετικά με τα λεγόμενα «στρατιωτικά κτήματα». Ο λογοθέτης του στρατιωτικού ήταν αρμόδιος για τη στρατολόγηση και την χρηματοδότηση του στρατού, και πιθανώς διατηρούσε τα κατάστιχα των κτημάτων που υπάγονταν στην υποχρέωση της «στρατείας». Η υπηρεσία του (ε)ἰδικοῦ (των πολυτίμων ειδών ή αλλιώς της βασιλικής περιουσίας σε είδος), η μοναδική που πιθανώς δεν προήλθε άμεσα από την διάλυση της επαρχότητας πραιτορίων, παρουσιάζει διάφορες αρμοδιότητες: αφενός διαχειρίζεται τον θησαυρό των πολυτίμων ειδών (αντικειμένων, ρουχισμού, ιδιαιτέρως από μετάξι) και εποπτεύει τα εργαστήρια (ἐργοδόσια) που τα κατασκευάζουν, αλλά και καταβάλλει τις «ῥόγες» (μισθούς) των αξιωματούχων σε χρήμα και σε είδος και καλύπτει τον εξοπλισμό του πολεμικού ναυτικού. Τέλος, οι λογοθέτες των αγελών εμφανίζονται μόλις τον 9ο αι. και είναι αρμόδιοι για το ζωικό κεφάλαιο της αυτοκρατορίας με σκοπό την προμήθευση της αυλής και του στρατού με τα απαραίτητα ζώα, καματηρά/μεταφορικά και πολεμικά στην περίπτωση εκστρατείας. Από τους αξιωματούχους αυτούς ο λογοθέτης του γενικού ήταν ιεραρχικά ανώτερος παρά το γεγονός ότι ο λογοθέτης του δρόμου ήταν ο στενότερος συνεργάτης του αυτοκράτορα.

Βιβλιογραφία:

Bury, Administrative system, 86-87, 90, 91-92· Oikonomidès, Listes, 311-312, 313, 314, 316-317, 338· Brandes, Finanzverwaltung, 79-102, 166-172, 180-238· Oikonomides, Role, 989.