Μαρία Κομνηνή η πορφυρογέννητη

Η μοναδική κόρη του αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνού και της Bertha-Ειρήνης von Sultzbach γεννήθηκε το 1152 ή 1153. Εν τη ελλείψει άρρενος διαδόχου ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός χρησιμοποίησε τη Μαρία για την παγίωση των συμμαχιών του στο εξωτερικό. Αρχικά η Μαρία μνηστεύθηκε τον πρίγκιπα της Ουγγαρίας, Βέλα, ο οποίος έλαβε μάλιστα τον τίτλο του δεσπότη, κάτι που προοιώνιζε την διαδοχή, της Μαρίας και του Βέλα, στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Ο Μανουήλ Α΄ επίσης διαπραγματευόταν το γάμο της με τον βασιλέα της Σικελίας, τον Νορμανδό Γουλιέλμο Β΄ (1171-1189), και με τον γιο του Φρειδερίκου Α΄ Βαρβαρόσσα, Ερρίκο Στ΄, αλλά τα σχέδια δεν ευοδώθηκαν. Τελικά η Μαρία παντρεύτηκε τον Renier του Montferrat, ο οποίος στο Βυζάντιο έλαβε το όνομα Ιωάννης, τον τίτλο του καίσαρα και τα εισοδήματα της Θεσσαλονίκης (1180).
Μετά τον θάνατο του Μανουήλ Α΄ Κομνηνού η θέση της Μαρίας και του συζύγου της τους εξασφάλιζε μεγάλη επιρροή τόσο μεταξύ της αριστοκρατίας, όσο και στο πλήθος της Κωνσταντινούπολης. Η δυσαρέσκεια για την πολιτική του πρωτοσεβαστού Αλεξίου Κομνηνού την έκανε ουσιαστικά ηγέτη της αντιπολίτευσης με σκοπό την εξουδετέρωσή του, κατά τα φαινόμενα όμως όχι με επιδίωξη τον παραμερισμό του αδερφού της, Αλεξίου Β΄, ο οποίος παρά το νεαρό της ηλικίας του αναγνωριζόταν ως νόμιμος βασιλεύς. Η αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του πρωτοσεβαστού τον Φεβρουάριο του 1181 είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη των δραστών, αλλά η ίδια η Μαρία και ο σύζυγός της ζήτησαν άσυλο στην Αγία Σοφία, όπου και οχυρώθηκαν. Η οικονομική ισχύς που είχε εξασφαλίσει στο ζεύγος ο Μανουήλ Α΄ χρησιμοποιήθηκε κατά τα φαινόμενα στην διατήρηση μεγάλου κύκλου «ακολούθων», εκ των οποίων ένα μέρος πιθανώς ακολούθησε τον Renier από την Ιταλία (στις πηγές γίνεται λόγος για εκατόν πενήντα πολεμιστές) αλλά και στην στρατολόγηση του πλήθους της Κωνσταντινούπολης και την οργάνωση της αντίστασης στις δυνάμεις του πρωτοσεβαστού. Γύρω στο Πάσχα του 1181 οι συγκρούσεις κορυφώθηκαν με οδομαχίες σε ολόκληρη την Κωνσταντινούπολη. Ο πρωτοσεβαστός αναγκάστηκε για να καταπνίξει την εξέγερση να μεταφέρει δυνάμεις από το στρατό της Θράκης και της Μικράς Ασίας, αλλά δεν τόλμησε να παραβιάσει το άσυλο. Τελικά ο πατριάρχης Θεοδόσιος Α΄ Βορραδιώτης μεσολάβησε στην αυτοκράτειρα Μαρία για την αμνήστευση του ζεύγους και των ακολούθων τους (Μάιος 1181).
Η Μαρία και ο Renier στη συνέχεια διέμειναν υπό επιτήρηση στα ανάκτορα. Κατά τα φαινόμενα δεν είχαν ανάμειξη στη σφαγή των Λατίνων της Πόλης (Απρίλιος 1182) που προηγήθηκε της εισόδου του Ανδρονίκου Κομνηνού στην πρωτεύουσα, και είναι άγνωστη η σχέση τους με τον νέο αυτόκλητο προστάτη του Αλεξίου Β΄. Ωστόσο ο Ανδρόνικος Κομνηνός θεωρούσε προφανώς την καισάρισσα Μαρία ως έναν επικίνδυνο αντίπαλο, που είχε πολύ μεγαλύτερες αξιώσεις στον αυτοκρατορικό θρόνο από τον ίδιο και που είχε αποδείξει τις ικανότητές της. Έτσι, σύντομα μετά την εδραίωση του Ανδρονίκου Κομνηνού η Μαρία και ο σύζυγός της δολοφονήθηκαν (πιθανώς το καλοκαίρι 1182). Μολονότι τα ακριβή γεγονότα δεν ήταν γνωστά σε κανέναν, κατά τη φήμη που απλώθηκε στην πόλη ο Ανδρόνικος είχε χρησιμοποιήσει έναν ευνούχο για να τους δηλητηριάσει.

Βιβλιογραφία:

Brand, Byzantium, 14, 18-19, 31, 34-37, 45· Angold, Αυτοκρατορία, 469-472· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Γ1, 124, 134-135, 158, 161 κ,εξ., 166-167· Jurewicz, Andronikos I, 85-86, 93· Simpson, Images, 194-5, 198, 201, 204· Simpson, Choniates, 161, 167-168, 200-201, 226-229, 265· Βαρζός, Γενεαλογία τ. Α΄, 554-555· Βαρζός, Γενεαλογία τ. Β΄, 202-213, 439-452.