Νικηφόρος Β΄ Φωκάς

Το πιο περίοπτο, γνωστό και δοξασμένο μέλος της οικογένειας των Φωκάδων ήταν Νικηφόρος Β΄ Φωκάς. Γιος του δομέστικου των Σχολών Βάρδα Φωκά, αρμενικής −τουλάχιστον από την πλευρά της μητέρας του− και καππαδοκικής καταγωγής, ο Νικηφόρος αντικατέστησε τον πατέρα του στο ίδιο αξίωμα το 955, αναλαμβάνοντας τον πόλεμο στα ανατολικά σύνορα εναντίον των Αράβων. Το 960 στάλθηκε στην Κρήτη, την οποία και ανακατέλαβε (961) πετυχαίνοντας μία εκπληκτική νίκη, υπόδειγμα της βυζαντινής στρατιωτικής ιστορίας, μετά την οποία η φήμη του στην αυτοκρατορία απογειώθηκε. Με τον θάνατο του Ρωμανού Β΄ (Μάρτιος 963) ο Νικηφόρος Φωκάς ζήτησε το θρόνο με την υπόσχεση ότι θα σεβαστεί τα δικαιώματα των δύο ανήλικων διαδόχων, η πρότασή του όμως δεν έγινε δεκτή και έτσι, με την παρακίνηση και του ανεψιού του Ιωάννη Τζιμισκή, αναγορεύτηκε από τα στρατεύματά του αυτοκράτορας (2 Ιουλίου). Η πρόοδός του προς την Κωνσταντινούπολη σημαδεύτηκε από βίαια γεγονότα, καθώς ο παραγκωνισμένος από τον Ρωμανό Β΄ ευνούχος Βασίλειος Λακαπηνός, ξεσηκώνοντας πλήθος φίλων, συγγενών, οικείων, αλλά και «πλῆθος ἀτάκτων», έγινε υπεύθυνος για τη λεηλασία των οικιών πολλών «ἐμφανῶν καὶ πολιτικῶν ἀνδρῶν» που αναμφίβολα ανήκαν στους υποστηρικτές του καθεστώτος (9 Αυγούστου). Στα γεγονότα αυτά φαίνεται πως είχε ανάμειξη και η ίδια η αυγούστα Θεοφανώ, η οποία επιδιώκοντας να προστατέψει τα παιδιά της, προτίμησε τελικά να συνεργαστεί με τον Φωκά. Έτσι, στις 16 Αυγούστου 963 ο Νικηφόρος Φωκάς εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη από την Χρυσή Πύλη και στέφθηκε αυτοκράτωρ στην Αγία Σοφία. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους παντρεύτηκε τη Θεοφανώ, νομιμοποιώντας έτσι την ανάληψη της εξουσίας. Ο μεταγενέστερος ιστορικός Ιωάννης Σκυλίτζης δεν φείδεται των λέξεων περιγράφοντας τον έρωτα του πενηντάχρονου πλέον Νικηφόρου Β΄ Φωκά για την κατά πολύ νεότερή του καλλονή αυγούστα Θεοφανώ.
Ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς ήταν μία αντιφατική προσωπικότητα. Ήταν πρωτίστως στρατιωτικός και ηγούνταν των εκστρατειών μετά την στέψη του. Κατά τη βασιλεία του χειρίστηκε σημαντικές υποθέσεις, όπως η αυτοκρατορική στέψη του Όθωνα Α΄, βασιλέα της Γερμανίας (962), και έγινε υπεύθυνος για την αναθέρμανση του βυζαντινο-βουλγαρικού πολέμου. Στα ανατολικά σύνορα συνεχίστηκε η επέκταση στη βόρεια Συρία και Μεσοποταμία και αποκαταστάθηκε η βυζαντινή κυριαρχία στην Κύπρο. Παρά τις επιτυχίες του ωστόσο φαίνεται πως ο Νικηφόρος Β΄ δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής εξαιτίας των αυστηρών στρατιωτικών ηθών του, τα οποία καθόριζαν ακόμα και την προσωπική του ζωή. Ήταν κατά της εκκοσμίκευσης και της ελευθερίας της Εκκλησίας και του μοναστικού κόσμου, μολονότι και ο ίδιος επιθυμούσε να καρεί μοναχός μετά την απόσυρσή του από τη δημόσια ζωή. Έδωσε ένα σημαντικό ποσό στον άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, ο οποίος το χρησιμοποίησε για την ανέγερση της μονής Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος, αλλάζοντας έτσι διά παντός τη μοναστική φυσιογνωμία του Άθω, αλλά τα γεγονότα πρόλαβαν την υποτιθέμενη σχεδιαζόμενη κουρά του Νικηφόρου. Ένα από τα μέτρα του αυτοκράτορα αφορούσε το νόμισμα και τη δημιουργία μιας ελαφρύτερης κοπής του χρυσού νομίσματος, με την οποία, σύμφωνα με την πληροφορία, γίνονταν οι πληρωμές. Ο Νικηφόρος Φωκάς προέβη επίσης σε τακτοποίηση των οικονομικών του στρατού και όρισε ότι οι κατάφρακτοι ιππείς θα έπρεπε να διατηρούν περιουσία αξίας δώδεκα λιτρών χρυσού, αλλά τα οικονομικά του μέτρα γενικά φαίνεται πως προκάλεσαν μεγάλη δυσαρέσκεια στο λαό που είχαν ως αποτέλεσμα επεισόδια μέσα στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, μετά τα οποία ο Νικηφόρος Β΄ οχύρωσε το παλάτι.
Η συνωμοσία που εξυφάνθηκε εναντίον του Νικηφόρου Β΄ Φωκά είχε ως υπεύθυνο τον ανεψιό του, Ιωάννη Τζιμισκή, ο οποίος δυσαρεστήθηκε επειδή μετά την κατάκτηση της Αντιόχειας του αφαιρέθηκε το αξίωμα του δομέστικου των Σχολών και περιορίστηκε στα κτήματά του. Η αυγούστα Θεοφανώ ωστόσο, που διατηρούσε παράνομο δεσμό μαζί του, κατάφερε να βάλει κρυφά τον Τζιμισκή στα ανάκτορα του Βουκολέοντα. Οι συνωμότες εισήλθαν στον κοιτώνα του Νικηφόρου Β΄ και τον κατακρεούργησαν τη νύχτα μεταξύ 10ης και 11ης Δεκεμβρίου 969.
Στον Νικηφόρο Φωκά αποδίδεται το έργο «Περὶ παραδρομῆς πολέμου», ένα τακτικό (σύγγραμμα περί στρατηγικής) το οποίο έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για την τακτική του πολέμου της εποχής αλλά και για την σημασία την οποία απέδιδαν οι στρατηγοί στους στρατιώτες τους επίσης ως κοινωνικο-πολιτικής ομάδας. Ο Φωκάς δεν περιγράφει σε αυτό τους δικούς του πολέμους, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν από καινοτομίες που σημείωσαν οι σύγχρονοί του –γεγονός που αποτελεί έναν ακόμα λόγο για τον οποίο εξήψε τη φαντασία και προώθησε την λογοτεχνική έμπνευση της εποχής. Προς τιμήν του γράφτηκαν βιογραφίες με θρυλικά-μυθολογικά στοιχεία, τα οποία αφορούν τα κατορθώματα του αυτοκράτορα. Μολονότι σποραδικά αναφέρονται τα συγκεκριμένα συγγράμματα, έτσι ώστε να γίνεται λόγος για «κοσμική» βιογραφία στο Βυζάντιο (σε αντίθεση, π.χ., με την θρησκευτική βιογραφία, που αποτελούν τα αγιολογικά κείμενα), κανένα από αυτά δεν σώζεται, γνωρίζουμε πάντως σύμφωνα με αυτές τις αναφορές ότι η οικογένεια διατηρούσε την παράδοση ότι καταγόταν από την ρωμαϊκή οικογένεια των Φαβίων, εκδοχή που μεταφέρει αρκετά αναλυτικά ο Μιχαήλ Ατταλειάτης τον 11ο αι. Οι Φωκάδες, −και ιδιαιτέρως ο Νικηφόρος B΄ Φωκάς−, είναι από τις λίγες μη «αναμενόμενες» οικογένειες (δεν πρόκειται για τυπική βασιλική ή δεσποτική οικογένεια) που έχουν αφήσει υλικά κατάλοιπα, εκκλησίες και τοιχογραφίες που έχουν εντοπιστεί στην Καππαδοκία, όπου βρισκόταν το επίκεντρο της δύναμής τους.

Βιβλιογραφία:

PmbZ 2, αρ. 25535· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β2, 116-118, 122-125, 128-134· Βλυσίδου, Αριστοκρατικές οικογένειες, 119-132, 136-174· ODB, 1478-1479· Κόλιας, Νικηφόρος Β΄· Markopoulos, Biographien, 225-233· Rodley, Pigeon house, 301-339· Markopoulos, Constantine in Macedonian historiography, 165-170· Cheynet, Les Phocas, 473, 483-484· Cheynet, Pouvoir, 20-21, 22-23, 213-214, 268, 321-329· Μπουρδάρα, Καθοσίωσις, 81-87 Καρπόζηλος, Ιστορικοί και χρονογράφοι τ. Β΄, 509- 525.
https://en.wikipedia.org/wiki/Nikephoros_II_Phokas