Πρόοικος

Ο σπάνιος αυτός όρος ήταν τρέχων στην πρωτοβυζαντινή εποχή ως τον 7ο και 8ο αι., εφόσον εμφανίζεται σε ελάχιστες επιγραφές της επαρχίας Λυκίας αλλά και στο Βίο του Θεοδώρου του Συκεώτη και στη Χρονογραφία του Θεοφάνη (αρχές 9ου αι.). Θεωρείται ότι είναι απευθείας μετάφραση του λατινικού όρου majordomus, που μεταφράζεται ως «διοικών τα του οίκου». Με αυτή την έννοια χρησιμοποιεί ο Θεοφάνης τον όρο για να περιγράψει το αξίωμα του Πιπίνου πριν την άνοδό του στο θρόνο του Φραγκικού βασιλείου. Στο Βίο του Θεοδώρου του Συκεώτου εμφανίζονται τρεις πρόοικοι, οι οποίοι προέρχονται από τα χωριά Αιάντων (Αντίπατρος), Αλεκτορίας (Αέτιος) και Απουκούμεως (Ιωάννης), εκ των οποίων οι δύο πρώτοι χαρακτηρίζονται «ἔντιμοι», δηλαδή έχοντες τιμή (αξίωμα ή τίτλο, που δεν διευκρινίζονται). Στα χωριά αυτά οι πρόοικοι φαίνεται να συνυπάρχουν με τους «πρώτους» αλλά και με τους «οἰκοδεσπότας».
Το ακριβές περιεχόμενο του όρου «πρόοικος» δεν είναι σαφές καθώς δεν εμφανίζεται πουθενά ως επίσημο αξίωμα. Η τελευταία μαρτυρία μάλιστα, που βρίσκεται στο «Περί θεμάτων» του Κωνσταντίνου Ζ΄ και αφορά τον πρόοικο Θωμά, ενδέχεται να εμπλέκει κάποιο αξίωμα σε αυτόν τον χαρακτηρισμό, ενώ η ίδια η ιστορία που αναπαράγει ο συγγραφέας αναμειγνύει παλαιοδιαθηκικά πρότυπα και Ιουστινιάνεια παράδοση, υπάρχει λοιπόν η υπόνοια ότι ο Πορφυρογέννητος ακολουθεί μία πρώιμη πηγή (6ου-8ου αι.), προσπαθώντας να ενισχύσει διά της αρχαιότητας την εξουσία της Κωνσταντινούπολης στην απομακρυσμένη Λυκανδό.

Βιβλιογραφία:

Λεοντσίνη, Ποιμένες, 177-178· TIB 8, 564, 770, 817· Βίος Θεοδώρου Συκεώνος τ. 1, 100.1-4, 113.13· Βίος Θεοδώρου Συκεώνος τ. 2, 256-257· Μικρά Ασία, 310· De thematibus, 76.28, 146.