Τίτλοι προελευσιμαίοι

Οι προελευσιμαίοι τίτλοι εμφανίζονται στην μεσοβυζαντινή εποχή ήδη από τα τέλη του 7ου αι./ αρχές του 8ου αι. και αντικαθιστούν σταδιακά τους συγκλητικούς τίτλους στην αυλική ιεραρχία. Στην ουσία πρόκειται για τους τίτλους που απονέμονται στους ανθρώπους του αυτοκράτορα, οι οποίοι προέκυψαν από τις αλλαγές στην διοικητική και στρατιωτική μηχανή του κράτους. Οι αλλαγές στο σύστημα της ιεραρχίας αντικατοπτρίζουν την μετατόπιση βάρους από το πολιτικό στο στρατιωτικό στοιχείο αφενός, από την παλαιά συγκλητική τάξη στην νέα αυτοκρατορική, την «βασιλική» τάξη αφετέρου. Στο πλαίσιο αυτό οι προελευσιμαίοι τίτλοι συνιστούν την τιτλοφορία των ανθρώπων του αυτοκράτορα, οι οποίοι απαρτίζουν τρόπον τινά την τιμητική «ακολουθία» του και συμμετέχουν στις αυτοκρατορικές «προελεύσεις» και τελετές. Οι προελευσιμαίοι τίτλοι πολλαπλασιάζονται τον 8ο αι., όπως δείχνουν οι σφραγίδες, και οι τιτλούχοι φέροντες αυτούς αναμφισβήτητα κυριαρχούν στην αυλική ιεραρχία και μονοπωλούν τα ανώτερα αξιώματα της αυτοκρατορίας, σε αντίθεση με τους τιτλούχους συγκλητικούς.
Οι προελευσιμαίοι τίτλοι ανήκουν στην κατηγορία των «διὰ βραβείου ἀξιῶν» (αξιωμάτων) και η απονομή τους είναι ισόβια. Αλλάζουν μόνον όταν σημειώνεται προαγωγή, και μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις ο παλαιός τίτλος εξαφανίζεται εντελώς από την τιτλοφορία (από το «ὄνομα») του προσώπου, για να αντικατασταθεί από τον νέο τίτλο. Οι τίτλοι προϋποθέτουν την καταβολή χρηματικού ποσού για την απονομή τους, αλλά και συνεπάγονται αφενός την απονομή συγκεκριμένων διασήμων και αφετέρου την απολαβή ετήσιου μισθού (ῥόγας). Ιεραρχικά, οι προελευσιμαίοι τίτλοι, μετά τους τίτλους που ανήκουν στην αυτοκρατορική οικογένεια (καίσαρος, νοβελίσσιμου, κουροπαλάτου, ζωστής πατρικίας· ο Φιλόθεος τους προσμετρά επίσης στους προελευσιμαίους) από τον ανώτερο προς τον κατώτερο είναι οι εξής: του μαγίστρου, του ανθυπάτου, του πατρικίου, του πρωτοσπαθαρίου, του σπαθαροκανδιδάτου, του σπαθαρίου, του στράτορος, του κανδιδάτου, του μανδάτορος. Μεταξύ τους, ιεραρχικά μετά τον ανώτερο τίτλο των πρωτοσπαθαρίων, παρεμβάλλονται οι εναπομείναντες συγκλητικοί τίτλοι. Οι ανώτεροι τίτλοι εξ αυτών, του καίσαρος, του νοβελίσσιμου, κουροπαλάτου και ζωστής πατρικίας ανήκουν συνήθως, αλλά όχι πάντα, στην άμεση οικογένεια του αυτοκράτορα (εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, οι φέροντες ούτως ή άλλως βρίσκονται πολύ κοντά στην αυτοκρατορική οικογένεια), ενώ οι τίτλοι που φαίνεται να έχουν «στρατιωτική» προέλευση προέρχονται από την πραγματική υπηρεσία προς τον αυτοκράτορα και τις ανακτορικές φρουρές (πρωτοσπαθαρίου, σπαθαροκανδιδάτου, σπαθαρίου, στράτορος, κανδιδάτου, μανδάτορος). Η προσάρτησή τους στα διάφορα συγκροτήματα των ανακτόρων (Χρυσοτρίκλινο, Λαυσιακόν, ιππόδρομο), και τέλος ο διαχωρισμός τους στους «διὰ πόλεως» ή «ἐξωτικούς» (δηλαδή σε αυτούς που δεν παρείχαν ανακτορικές υπηρεσίες) έδινε την τελική ιεραρχική θέση των τιτλούχων αυτών.
Οι τίτλοι του πατρικίου και του πρωτοσπαθαρίου απονέμονταν επίσης σε ευνούχους του βασιλικού κουβουκλίου (οικήματος). Στην γενική ιεραρχία των βασιλικών κλητορίων (συνεστιάσεων), που περιγράφεται στο Τακτικόν του Φιλοθέου (899) οι ευνούχοι πατρίκιοι προηγούνται των στρατιωτικών αξιωματούχων των θεμάτων και έπονται των εκκλησιαστικών αντιπροσώπων. Από τους υπολοίπους τιτλούχους εγγύτερα στον αυτοκράτορα και την οικογένειά του βρίσκονται μόνο οι μάγιστροι. Η δημιουργία του νέου τίτλου του προέδρου (της συγκλήτου) για τον παρακοιμώμενο Βασίλειο Λακαπηνό το 963 προκάλεσε μία ελαφρά ανακατάταξη στα υψηλότερα κλιμάκια της ιεραρχίας, καθώς στο Τακτικόν του Εσκοριάλ (971-975) οι ευνούχοι αναβαθμίζονται με νέους τίτλους (σεβαστοφόρου, βέστη και βεστάρχη, οι οποίοι παρόλα αυτά δεν απονέμονται αποκλειστικά σε ευνούχους) και ο τίτλος του μαγίστρου υποβιβάστηκε εξαιτίας αυτής της αλλαγής αλλά και υποβαθμίστηκε γενικά επειδή απονεμήθηκε πλέον σε περισσότερα πρόσωπα.

Βιβλιογραφία:

Oikonomidès, Listes, 87.29-33, 89.7-99.3, 14-17, 125, 281-290, 293-299· Χριστοφιλοπούλου, Σύγκλητος, 39-46· Bury, Administrative system, 21-23, 111-113· Yannopoulos, Société profane, 24-76· Winkelmann, Ämterstruktur, 29-42· Guilland, Recherches τ. 1, 66-72, 130-132· Χριστοφιλοπούλου, Πολίτευμα, 99-101· Nichanian, Distinction, 579-635.