Ἀπογραφή, ἐξίσωσις ή ἱκάνωσις, και ἐπιβολὴ

Οι διαδικασίες αυτές είναι σχετικές μεταξύ τους. «Ἀπογραφὴ» είναι η καταμέτρηση της επιφάνειας των κτημάτων και της επιβολής του φόρου που αντιστοιχεί σε αυτά, τα οποία καταγράφονται στα φορολογικά κατάστιχα ανά φορολογούμενο (στίχος).
Στις ποσότητες αυτές (γης και φόρου) που προέκυπταν από την απογραφή εφαρμοζόταν η μέθοδος της «ἐπιβολῆς». Η επιβολή (adiectio sterilium, ἐπιβολὴ ἀπόρων) αρχικά αφορούσε τόσο την υποχρέωση των φορολογικά υπόχρεων (ἐπιβολὴ ὁμοδούλων), όσο και των κατοίκων μιας κοινότητας χωρίου (ἐπιβολὴ ὁμοκήνσων), να καταβάλλουν κανονικά τους φόρους που αναλογούσαν στο σύνολο της γης της φορολογικής τους ενότητας. Στο πλαίσιο αυτό, υπήρχαν κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή αρκετοί τρόποι διαφορετικής διαχείρισης των γαιών που είχαν εγκαταλειφθεί. Η αλληλέγγυα ευθύνη των φορολογουμένων για την καταβολή των φόρων συνέχισε να υπάρχει και στη μεσοβυζαντινή εποχή, όντας πάντα μία επαχθής υποχρέωση για τους χωρίτες και τους φορολογούμενους.
Η διαδικασία αντιστοίχισης της ποσότητας της γης προς την ποσότητα του φόρου που καταβάλλει ο ιδιοκτήτης, η οποία προκύπτει από την απογραφή, αποκαλείται «ἐξίσωσις» ή «ἱκάνωσις» και το πρακτικό της αποτέλεσμα ήταν η αποκάλυψη των τυχόν επεκτάσεων ή καταπατήσεων των καλλιεργητών, η ανακάλυψη δηλαδή «περίσσειας» γης. Ιδανικά σε τέτοιες περιπτώσεις η επιπλέον γη κατάσχονταν από το δημόσιο. Σε περίπτωση μη κατάσχεσης, δηλαδή στην περίπτωση «περιορισμού» και «παράδοσης» των κτημάτων, πρακτική που εφαρμόζεται με αυξανόμενο ρυθμό από τον 11ο αι., η εφαρμογή της μεθόδου μπορούσε να οδηγήσει σε κατοχύρωση των καταπατημένων εκτάσεων στην ιδιοκτησία του καρπωτή, εξέλιξη η οποία ευνοούσε κατεξοχήν τους μεγάλους γαιοκτήμονες. Τις περιοδικές και τακτικές απογραφές έγγειας ιδιοκτησίας εκτελούσαν υψηλόβαθμοι υπάλληλοι του λογοθεσίου του γενικού, επόπτες ή εξισωτές ή αναγραφείς.
Με αυτή τη διαδικασία φαίνεται να είναι τουλάχιστον συγγενής ο όρος «ἐπιβολὴ» που απαντά στα τέλη του 11ο αι. με νέο περιεχόμενο και αφορά την τιμή του πηλίκου μοδίων (στρεμμάτων) και συνολικού φόρου, ενός ιδιώτη ή μιας κοινότητας. Η τιμή που προκύπτει έτσι δίνει το ποσό του φόρου που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο αριθμό μοδίων, και η διαφορά της από απογραφή σε απογραφή μπορούσε να έχει ως αιτία τη μεταβολή της σε περίπτωση αύξησης των περιουσιακών στοιχείων των φορολογουμένων ή σε περίπτωση εύρεσης κλασματικών γαιών. Η μέθοδος μπορούσε να εφαρμοστεί δηλαδή για την επαλήθευση και διασταύρωση των ήδη υπαρχόντων δεδομένων, αλλά και για την αναπροσαρμογή των φορολογικών δεδομένων κατά την κρίση των υπαλλήλων της οικονομικής διοίκησης και του ίδιου του αυτοκράτορα. Τέτοια είναι, για παράδειγμα, η επιβάρυνση της μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους το 1079 σε ποσοστό μεγαλύτερο του 72%, που οφείλεται στην ισχυρή υποτίμηση του νομίσματος της εποχής.

Βιβλιογραφία:

Oikonomidès, Fiscalité, 26-28, 44, 52-53, 56-61, 77· Dölger, Finanzverwaltung, 79, 115.2-12, 132-134· Svoronos, Épibolè, 375-395· Lemerle, Agrarian history, 40-43, 46-47, 80-82· Jones, LRE, 812-815· Oikonomides, Role, 990, 995, 997, 1005, 1031· Kaplan, Les hommes et la terre, 207-210· Svoronos, Cadastre, 119-129· Λαΐου, Αγροτική κοινωνία, 80-83· Ostrogorsky, Steuergemeinde, 25-28, 46-48· Harvey, Financial crisis, 172-182· Morrisson, Logarikè, 443.