Ἐκλογὴ τῶν νόμων

Με τον γενικό τίτλο «Ἐκλογὴ τῶν νόμων ἐν συντόμῳ γενομένη παρὰ Λέοντος καὶ Κωνσταντίνου, τῶν σοφῶν καὶ φιλευσεβῶν βασιλέων…» παραδίδεται μία νομοθετική συλλογή, η πρώτη επίσημη συλλογή εξολοκλήρου στην ελληνική γλώσσα, που χρονολογείται στη βασιλεία του αυτοκράτορα Λέοντος Γ΄, στο έτος 726 ή το πιθανότερο στο 740/1. Η νομοθετική αυτή συλλογή, που κατά τον τίτλο που της δόθηκε από τους μεταγενέστερους αντιγραφείς, αποτελεί απάνθισμα διατάξεων των έργων της Ιουστινιάνειας νομοθεσίας, αποσκοπούσε κυρίως να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε από την δυσκολία πρόσβασης της λατινικής γλώσσας και από τη δυσκολία εξεύρεσης των αυθεντικών κειμένων του Ιουστινιάνειου Κώδικα. Στην πραγματικότητα ωστόσο μόνο μία διάταξη έχει ελεγχθεί ως ακριβής μετάφραση διάταξης που περιλαμβάνεται στον Κώδικα, ενώ τα ακριβή πρότυπα των διατάξεων της Εκλογής δεν είναι δυνατόν σήμερα να εξακριβωθούν ούτε καν συγκριτικά με το κείμενο του Ιουστινιάνειου Κώδικα.
Θεωρείται γενικά ότι η σύνταξη της Εκλογής ανταποκρίθηκε σε πρακτικές ανάγκες της εποχής αναφορικά με την απονομή δικαιοσύνης στην Βυζαντινή αυτοκρατορία του 8ου αι. Ο πρακτικός χαρακτήρας αντικατοπτρίζεται στην εύχρηστη και ευσύνοπτη δομή του περιεχομένου, το οποίο ρυθμίζει ζητήματα οικογενειακού δικαίου, ενοχικού, εμπράγματου και δικονομικού δικαίου, αστικού δικαίου αλλά και επιχειρεί μία εξομάλυνση και «μεταρρύθμιση» του ποινικού δικαίου, αντικαθιστώντας την ποινή του θανάτου με άλλες ποινές για πολλά αδικήματα (διατηρώντας την ωστόσο για τον εμπρησμό και τη ληστεία μετά φόνου), με στόχο την πρόληψη του εγκλήματος αλλά και τη διόρθωση και βελτίωση των αδικούντων. Ιδιαίτερα σημαντική ως προς την απονομή της δικαιοσύνης είναι η θέσπιση, για πρώτη φορά, της μισθοδοσίας των δικαστών από το κρατικό ταμείο, προκειμένου για την πάταξη της διαφθοράς και την αποδέσμευση της δικαιοσύνης από τις χρηματικές καταβολές (ως τότε «νόμιμες») των πλουσιοτέρων ιδιωτών. Μολονότι στην Εκλογή διατηρούνται ακόμα οι ρωμαϊκοί κοινωνικοί διαχωρισμοί (αντιπαραθέτονται οι «ἐπίσημοι» ή «εὔποροι» στους «ἀγνώστους» και «ἀφανεῖς» προκειμένου για την αξιοπιστία της μαρτυρίας τους στο δικαστήριο), αυτοί εμφανίζονται ιδιαιτέρως αμβλυμένοι και φαίνεται ότι το βάρος έχει μετατοπιστεί: έτσι, σχετικά με το αδίκημα της πορνείας, ο έγγαμος άνδρας τιμωρείται με ραβδισμούς, «κἄντε πλούσιός ἐστι κἄντε πένης», δηλαδή τα περιουσιακά στοιχεία, σε αντίθεση με την ρωμαϊκή εποχή, δεν συνιστούσαν πλέον κοινωνική διαφοροποίηση (θα μπορούσε να ειπωθεί ότι στην Εκλογή όλοι είναι ίσοι απέναντι στο νόμο). Στο προοίμιο της Εκλογής μάλιστα οι «πένητες» αποτελούν την κοινωνική κατηγορία η οποία πρέπει να προστατευθεί μέσω της απονομής δικαιοσύνης από την δράση των «δυναστῶν», οι οποίοι χαρακτηρίζονται για «τὸ ἄδικον καὶ πλεονεκτικὸν». Το κοινωνικό περιεχόμενο του προοιμίου φανερώνει ότι οι νομοθέτες είχαν επηρεαστεί από τους πατέρες της Εκκλησίας του 4ου αι. και κυρίως από τον Μεγάλο Βασίλειο, τον οποίο ακολουθούν σχεδόν κατά λέξη.
Η επιτυχία της νομοθετικής συλλογής της Εκλογής γίνεται φανερή από τον μεγάλο αριθμό των χειρογράφων (περίπου 100), από τις μεταφράσεις του σε σλαβικές γλώσσες, στα αρμενικά και στα αραβικά, αλλά και στις παραλλαγές του περιεχομένου με την κατά περίπτωση επέκτασή τους, ώστε να συμπεριλάβουν και άλλες διατάξεις, π.χ. για τα αγροτικά ζητήματα ή για το δίκαιο που διείπε τη στρατιωτική ζωή.

Βιβλιογραφία:

Εκλογή, 1-144· Τρωιάνος, Πηγές, 160-170· Troianos, Bemerkungen, 457-472· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β1, 103-104· Hunger, Λογοτεχνία τ. 3, 315-317· Τρωιάνος, Ποινές, 27-35, 52-53.