Ἔκδικοι (defensores)

Ο θεσμός είναι γνωστός πριν το 4ο αι. Ο σφετερισμός του από την κεντρική εξουσία (β΄ ήμισυ του 4ου αι.) σκοπό είχε τη νομική προστασία πολιτών και βουλευτών, οπότε με νόμο ρυθμίστηκαν η εκλογή και οι προϋποθέσεις ανάληψης του αξιώματος από τους κατά τόπους άρχοντες των πόλεων, ενώ ο διορισμός επιβεβαιωνόταν από τον αρμόδιο έπαρχο πραιτορίων. Το 505 ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α΄ θέσπισε την εκλογή του από τον επίσκοπο και τον κλήρο, τους επιφανείς της πόλεως και τους βουλευτές (reventissimorum episcopum nec non clericorum et honoratorum ac possessorum et curialium decreto constituantur). Αποστολή του συγκεκριμένου αξιωματούχου ήταν η νομική προστασία των κατοίκων της πόλεως έναντι των αυθαιρεσιών των κρατικών ή επαρχιακών εντεταλμένων αλλά και έναντι της καταπίεσης των «αὐθεντίαν ἢ ἐξουσίαν ἐχόντων» οι οποίοι φαίνεται πως αποτελούσαν παράγοντες των τοπικών κοινωνιών.
Θεωρητικά κάθε πόλις όφειλε να εκλέγει έναν έκδικο μεταξύ των επιφανών κατοίκων της, αλλά η νομοθεσία του 6ου αι. υποδηλώνει πως ο όρος αυτός σε κάποιες περιπτώσεις δεν τηρούνταν, αφενός επειδή το αξίωμα δεν ήταν ελκυστικό, αφετέρου επειδή οι διοικητές των επαρχιών έστελναν δικούς τους ανθρώπους να εκτελέσουν αυτά τα καθήκοντα, το οποίο απαγορευόταν αυστηρά. Έτσι ο θεσμός δεν είχε μεγάλη επιτυχία, δεδομένου μάλιστα ότι οι επιλεγμένοι έκδικοι, εξαιτίας και της αποδυνάμωσης των βουλευτηρίων, ήταν κοινωνικά και οικονομικά αδύναμοι. Για το λόγο αυτό ο Ιουστινιανός Α΄ προσπάθησε το 535 να προσδώσει κάποιο κύρος στο αξίωμα αποδίδοντας στους ἐκδίκους «τάξιν ἀρχόντων», δηλαδή στρατολογώντας τους μεταξύ των ιλλουστρίων και αυτών που είχαν «στρατείαν σεμνήν», δηλαδή αξίωμα. Το ενδιαφέρον του Ιουστινιανού Α΄ για την άσκηση των καθηκόντων των εκδίκων από αυτούς που είχαν ήδη εξουσία εξηγείται από την παρακμή του θεσμικού ρόλου των πόλεων και την υποκατάστασή του από ανθρώπους με επιρροή, «κτήτορες» ή και τιτλούχους της πόλεως (π.χ. ιλλουστρίους που αναφέρει συγκεκριμένα η Νεαρά). Οι έκδικοι μπορούσαν να εκδικάζουν στην πόλη τους υποθέσεις αξίας μέχρι τριακοσίων χρυσών νομισμάτων και κατώτερες ποινικές υποθέσεις. Ο θεσμός στην ιεραρχία ήταν κατώτερος του διοικητή της επαρχίας, στον οποίο εφεσιβάλλονταν οι αποφάσεις. Ο έκδικος ωστόσο ήταν εξαρτημένος από τον έπαρχο πραιτορίων, ο οποίος τον διόριζε επίσημα και ο οποίος μπορούσε κατ’ αποκλειστικότητα να τον παύσει. Ο θεσμός του εκδίκου φαίνεται ότι διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 6ου αι.

Βιβλιογραφία:

CJ, I.55.8· CIC III, αρ. 15· Jones, LRE, 144-145, 479-480, 726-727, 758-760· Laniado, Recherches, 33-34, 38-39, 93, 174, 190· Humfress, Law and legal practice, 176· Haarer, Anastasius I, 209-211· Meier, Anastasios I, 132-133.