«τί Θωμᾶς ὁ πρόοικος; τί βασιλεύς;»

Χρονολογία: 6ος/10ος αι.

Ἡ δὲ ὀνομασία τῆς πόλεως ἀρχαία τις καὶ παλαιὰ ἀπὸ τῆς τῶν Ἀρμενίων γενεᾶς τε καὶ γλώττης ὠνόμαστο. Ἔστι δὲ λόγος τις περὶ αὐτοῦ χαρίεις τε καὶ πρὸς μυθοποιίαν οὐκ ἄμουσος. Γραφὴ γὰρ ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς πόλεως ἐντετύπωται οὑτωσὶ διαγορεύουσα· «τί Κωνσταντινούπολις; τί Λυκανδός; τί Θωμᾶς ὁ πρόοικος; τί βασιλεύς;» Ἔστι δὲ ἡ αἰτία τῆς ἐπιγραφῆς αὕτη· ὁ μέγας ἐκεῖνος καὶ περιβόητος βασιλεὺς Ἰουστινιανός, ὅτε τῶν σκήπτρων ἐκράτει τῆς Ῥωμαϊκῆς βασιλείας ὁ τούτου θεῖος Ἰουστῖνος, μονοστράτηγος τῶν Ῥωμαϊκῶν ταγμάτων Καῖσαρ ὢν ἐχρημάτιζε. Καὶ διερχόμενος τὰ μέρη τῆς μικρᾶς Ἀρμενίας κατήντησεν ἐν τῇ Λυκανδῷ. Ὁ γοῦν Θωμᾶς ἐκεῖνος ὁ πρόοικος τῆς αὐτῆς πόλεως τηλικοῦτος ἦν ἐπὶ βοσκήμασι πλούσιος, οἷον τὸν μακάριον Ἰὼβ ἡ θεία παρίστησι ἱστορία· προσήνεγκε δὲ τῷ Ἰουστινιανῷ δῶρον ἐν τάξει κανισκίου θαυμασιώτατόν τε καὶ γραφῆς ἄξιον, μυριάδα προβάτων ταῖς χροιαῖς διαλλάττουσαν, χίλια πρόβατα μέλανα, καὶ ἕτερα λευκότριχα χίλια, καὶ ἕτερα σποδοειδῆ χίλια, καὶ ἕτερα ῥαντὰ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν διασῴζοντα καὶ ἕτερα πυρρὰς ἔχοντα τὰς ὄψεις χίλια, καὶ ἕτερα φαιὰ ὡσαύτως, καὶ ἕτερα ξανθὰς ἔχοντα τὰς τρίχας, τὴν αὐτὴν ποσότητα φέροντα, καὶ ἕτερα περκνὰ τῆς αὐτῆς ὄντα ἰσότητος, καὶ ἕτερα φοινικότριχα χίλια, καὶ ἕτερα χρυσίζοντα, ἔχοντα τοὺς μαλλοὺς οἱονεὶ πινινότριχα, ὁποῖον φημίζουσι τὸ χρυσοῦν δέρας ἐκεῖνο τὸ περιβόητον Ἕλληνες. Καὶ ἁπλῶς αἱ δέκα χιλιάδες ἑτερόχροιαι καὶ παρηλλαγμέναι τοῖς χρώμασι. Τοῦτο θαυμάσας ὁ Καῖσαρ καὶ τὸ δῶρον τοῦ Θωμᾶ προσδεξάμενος, παίζων ἐκέλευσε γραφῆναι ἐν τῇ πύλῃ τῆς πόλεως τουτοῒ τὸ ἐπίγραμμα, ὅπερ ἐν τοῖς ἄνωθεν ἔφημεν. Αὕτη ἡ πόλις ἐπὶ τοῦ μακαρίου μου πατρὸς διὰ τὴν ἀρετὴν τοῦ προλεχθέντος Μελίου, μᾶλλον δὲ τοῦ ἐμοῦ πατρός, τοῦ προμηθῶς τὰ πράγματα διευθύνοντος καὶ σκοποῦντος ἀνδρὸς ἀρετήν, εἰς ὄνομα θέματος ἐχρημάτισε. Καὶ τοσαῦτα μὲν περὶ Λυκανδοῦ καὶ τῆς ὁμόρου αὐτῆς Τζαμανδοῦ.

Πηγή:
De thematibus, 76.23-50.
Βιβλιογραφία:
De thematibus, 146· Μικρά Ασία, 307-313 (Λουγγής)· Jones, LRE, 268-269· Maas, Roman questions, 5· Λεοντσίνη, Ποιμένες, 177-178· Cheynet, Aristocratie, 311· PLRE 3, 1315 αρ. 6· TIB 2, 224.
Σχολιασμός:
Με αφορμή την ανοικοδόμηση της Λυκανδού από τον Αρμένιο Μελία, ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος κάνει μία παρέκβαση στην ιστορία του θέματος, που σήμερα θεωρείται πως αναπαράγει ιστορικά γεγονότα. Η ιστορία συνδυάζει παλαιοδιαθηκικά πρότυπα με την παράδοση της εποχής του Ιουστινιανού Α΄ και συγκεκριμένα τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις του στην Αρμενία (δημιουργία των τεσσάρων επαρχιών της Αρμενίας), ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα φαίνεται να αποτυπώνει το ιδιόρρυθμο πολιτικό καθεστώς της περιοχής της Λυκανδού, το οποίο έτσι ανάγεται ήδη τον 6ο αι. Σύμφωνα με τη διήγηση ο Ιουστινιανός, ως magister militum praesentalis που ο Πορφυρογέννητος μεταφράζει ως «στρατηλάτης» επισκέφθηκε την περιοχή όταν ακόμα αυτοκράτωρ ήταν ο θείος του, Ιουστίνος Α΄. Η ταύτιση του αυτοκράτορα είναι ξεκάθαρη και ο Ιουστινιανός Α΄ χαρακτηρίζεται «μέγας καὶ περιβόητος» βασιλεύς, μολονότι τα στοιχεία που παραδίδονται για τον αυτοκράτορα είναι αμφισβητήσιμα. Η ιστορία περιπλέκεται, καθώς ο όρος «μικρὰ Ἀρμενία» είναι γεωγραφικός και όχι διοικητικός, με άλλα λόγια η Λυκανδός, αν ήταν «πόλις» ήδη τον 6ο αι., θα ανήκε στην επαρχία Αρμενίας Β΄, με πρωτεύουσα την Μελιτηνή, η οποία επί Ιουστινιανού Α΄ έγινε η επαρχία Αρμενίας Γ΄. Επιπλέον, ο όρος «πρόοικος» δεν υπάρχει στη βυζαντινή διοίκηση, δεν είναι δηλαδή καθόλου σαφές σε τι ακριβώς ανταποκρίνεται η έκφραση «ὁ πρόοικος τῆς αὐτῆς πόλεως» Λυκανδού που αναφέρεται στον Θωμά. Οπωσδήποτε ο Πορφυρογέννητος περιγράφει τον 10ο αι. μία οικονομία η οποία δεν ήταν, ούτε μπορούσε να είναι, «αστική», να στηρίζεται δηλαδή στις δραστηριότητες μιας πόλεως, περιγράφει μία οικονομία που βασίζεται στην κατοχή μεγάλων κοπαδιών, κάτι που ταιριάζει στη γεωμορφολογία της περιοχής της Λυκανδού. Ο Κωνσταντίνος Ζ΄ με σαφήνεια ορίζει την εξέχουσα θέση του Θωμά σε σχέση με την τοπική κοινωνία, η οποία θεμελιωνόταν στον μεγάλο πλούτο που προερχόταν από την κτηνοτροφία (ἐπὶ βοσκήμασι πλούσιος). Η δωρεά των προβάτων ως «κανίσκιον» έχει παλαιοδιαθηκικά πρότυπα (το οποίο αναγνωρίζεται στο κείμενο, «οἷον τὸν μακάριον Ἰὼβ») και ενισχύει την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ισχύ του Θωμά στο τοπικό επίπεδο, η οποία θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπεριέχεται στον όρο «πρόοικος» που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, ο δε Θωμάς πιθανώς ταυτίζεται με τον ομώνυμό του που διορίστηκε το 536 «Ιουστινιανός κόμης» Αρμενίας Γ΄ (comes Justinianus) με τον τίτλο του spectabilis (CIC III, αρ. 31 κεφ. 1, 2). Σε αυτή την περίπτωση βέβαια ο Θωμάς, ο οποίος κατ’ ομολογία του Ιουστινιανού Α΄ είχε χρησιμοποιηθεί και προηγουμένως από την κυβέρνηση, θα είχε ως έδρα του την Μελιτηνή, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί η καταγωγή του από την περιοχή της Λυκανδού. Η εικόνα της ιδιόρρυθμης κατάστασης της περιοχής η οποία τελούσε σε ένα αυτόνομο ή ήμιαυτόνομο καθεστώς ενισχύεται και από την επιγραφή που σύμφωνα με την ιστορία του Πορφυρογέννητου χαράχθηκε πάνω από την πύλη της πόλης: «τί Κωνσταντινούπολις; τί Λυκανδός; τί Θωμᾶς ὁ πρόοικος; τί βασιλεύς;», μία επιγραφή που αποκαλύπτει ότι τα διοικητικά δικαιώματα που μπορούσε να ασκήσει στην περιοχή η αυτοκρατορική εξουσία ήταν περιορισμένα, εφόσον άρχοντες όπως ο Θωμάς είχαν μεγαλύτερη επιρροή και δύναμη σε πραγματικό επίπεδο, συγκριτικά με τους βασιλείς στην μακρινή Κωνσταντινούπολη, ήταν πραγματικοί και ισχυροί δυνάστες στην περιοχή τους. Έτσι, δεν είναι παράξενο που ο Πορφυρογέννητος δίνει μεγάλη σημασία στην εγκαθίδρυση της βυζαντινής κυριαρχίας στην περιοχή της Λυκανδού λόγω της δράσης του Αρμένιου Μελία, του οποίου η «ἀρετή» υπερτονίζεται στο κείμενο, όπως άλλωστε και η αναβάθμιση της Λυκανδού, που έλαβε πλέον «ὄνομα θέματος».