Επιστολή του Βασιλείου Β΄ προς τον Βάρδα Φωκά

Χρονολογία: Καλοκαίρι 987
Επιστολή του Βασιλείου Β΄ προς τον Βάρδα Φωκά
Πορτραίτο του Νικηφόρου Α΄ Φωκά με μέλη της οικογένειάς του, Καππαδοκία, φωτογραφία: Ν. Μελβάνι.

Γράφων οὖν ὁ βασιλεύς πρῶτον μὲν τῆς χαλεπῆς ὑπερορίας καὶ τοῦ ἐν ἐκείνῃ τῷ Φωκᾶ ἐκρεύσαντος χρόνου, τῆς τε τῶν οἰκείων ἐρημίας, καὶ τῆς ἀπόρου πενίας, καὶ τοῦ ῥυπῶντος χιτῶνος καὶ τῶν διερρηγμένων περιβολέων μιμνῄσκει, εἶτα τὴν οἰκείῳ κελεύσματι γεγενημένην ἀνάκλησιν αὐτοῦ καὶ τὴν ἐν βασιλείοις ἐν μεγίστῃ τιμῇ ὑποδοχήν, καὶ τὰς σατραπικὰς ὡς εἰπεῖν εὐεργεσίας, καὶ πάντα λόγον παρατρεχούσας δεξιώσεις διεσήμαινε, καὶ ὅπως πᾶν εἴ τι μέγα καὶ σεμνότατον ἔχοι πολιτεία Ῥωμαϊκὴ φέρων εὐθέως αὐτῷ προσέθηκε, τιμαῖς τε καὶ στρατηγίαις τὰ πρῶτα ἐλάμπρυνε καὶ ὑψηλότερον ἅπάντων τέθεικε, οὐσίας τε κύριον κατέστησε τοσαύτης ὅση πρέπειν ἐμφανῶς τῷ ἀξιώματι ἔμελλε· «Τίς γαρ», φησίν, «ἀμείνω σου τάξιν παρ’ ἐμοῦ ἐκαρποῦτο, ἢ τις ἐκρίνετο φίλος βασιλέως καὶ ὦτα καὶ ὀφθαλμός; Τίς δὲ ἦν ὁ πάντα πείθων εἰ βούλοιτο; Τίνι δὲ τῶν πραγμάτων ἀνεκοινούμην τὰ μέγιστα; ἃ γὰρ τον τε ἀδελφὸν καὶ τὴν μητέρα ἔκρυπτον, ταῦτά σοι μόνῳ διέφαινον. Τις δὲ ὁ παύων νῦν καὶ καθιστῶν τὰς μεγίστας ἀρχάς; ἐξ ὧν σὺ καὶ ἤκουες τοσοῦτον καὶ ἡ δυναστεία ηὔξηται· σιωπῶ τὰ εἰς πατέρα καὶ ἀδελφὸν καὶ συγγενεῖς διὰ σὲ πεπραγμένα μοι, καὶ τοὺς ὅσους ἐξ ἰδιωτικῆς ταπεινότητος εἰς ὕψος ἀξιωμάτων σὴν χάριν ἀνήνεγκα, καὶ τοὺς ὅσοι οὐ τοὺς τυχόντας πλούτους κατεκτήσαντο, ἐξ ἀπορίας προγονικῆς ἀρχὰς στρατηγικὰς καὶ πολιτικὰς διέποντες, ὧν καὶ ἀδικούντων λάθρᾳ τε καὶ προδήλως οὐκ ἐποιούμην ἐπιστροφήν· εἰδὼς γὰρ ὡς πλῆθος, ἐσιώπων τὰ τοιαῦτα, σοῦ δὴ ἕνεκα πάντων ἀνεχόμενος· μίαν γὰρ τῶν κακῶν σε μοι γενέσθαι μετὰ τὴν θείαν ῥοπὴν ἤλπιζον παραψυχήν· διὰ γὰρ τοῦτο καὶ συνεργόν σε ἐφ’ ᾧ τῶν ἐμῶν κύριος καταστῆναι ἄθραυστος εἰλόμην τε καὶ προσείληφα, σὲ μόνον τῶν ἐν ἀνθρώπων σύμμαχον καὶ συμμύστην κατακτήσασθαι οἰηθείς, καὶ διὰ σοῦ τοὺς ἐν μέσῳ κατευνασθῆναί μοι προσδοκήσας ταράχους… Ἀντὶ γὰρ παραψυχῆς συμφοράν, καὶ ἀντὶ συμμάχου πολέμιον, καὶ ἀντὶ συνεργοῦ καθαιρέτην τὰ λογοποιούμενα, εἴ γε ἀληθείας ἔχεται, ἀναφανδόν σε δεικνύει· ὥσπερ γὰρ τὰ ἔσχατα ἠδικημένον καὶ τεταπεινωμένον ὑπ’ ἐμοῦ, οὕτω τὰς κατ’ ἐμοῦ τιμωρίας ὁπλίζεσθαί σε φασι, πάσῃ σπουδῇ τῆς βασιλικῆς καὶ διαφερούσης ἐστίας ἐμὲ μὲν ἐξῶσαι ἀγωνιζόμενον, σαυτῷ δὲ ταύτην μνηστευόμενόν τε καὶ οἰκειούμενον.

Πηγή:
Μιχαήλ Ψελλού Χρονογραφία τ. 2, 384.17-388.8.
Βιβλιογραφία:
Cheynet, Pouvoir, 31-33, 329-333· Beck, Gefolgschaftswesen, 19-20· Ljubarskij, Brief, 103-107· Reinsch, Theophylaktos Simokattes, 147-152.
Σχολιασμός:
Η επιστολή γράφτηκε το πιθανότερο το καλοκαίρι του 987, λίγο πριν ή λίγο μετά τις 15 Αυγούστου. Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Ψελλό, είναι γραμμένη από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β΄ τον Βουλγαροκτόνο και απευθύνεται στον μάγιστρο και δομέστικο των Σχολών της Ανατολής, Βάρδα Φωκά, ο οποίος επαναστάτησε εναντίον του στις 15 Αυγούστου 987, στοχεύοντας, όπως αναφέρεται και στην επιστολή, στην έξωση του Βασιλείου Β΄ από το θρόνο. Η επιστολή συνοψίζει εύγλωττα τις βασικές παραμέτρους του παιχνιδιού εξουσίας μεταξύ της Κωνσταντινούπολης και των μεγιστάνων του πλούτου και των αξιωμάτων που αντλούσαν τη δύναμή τους από τις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Ο Βάρδας Φωκάς, ανεψιός του αυτοκράτορα Νικηφόρου Β΄ Φωκά, εξόριστος από το 970, ανακλήθηκε το 976 από την εξορία για να αντιμετωπίσει τον επαναστατημένο Βάρδα Σκληρό. Ο Βασίλειος Β΄ του απένειμε το αξίωμα του δομέστικου των Σχολών της Ανατολής και τον υψηλότατο τίτλο του μαγίστρου. Αυτή την περίσταση ανακαλεί το πρώτο απόσπασμα της επιστολής και σχολιάζει ο Μιχαήλ Ψελλός, αναδεικνύοντας την αντίθεση μεταξύ των συνθηκών της εξορίας και της βασιλικής ευεργεσίας, η οποία σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται ως το απόλυτο βασιλικό προνόμιο (τίς δὲ ὁ παύων νῦν καὶ καθιστῶν τὰς μεγίστας ἀρχάς;). Κατά τον Ψελλό μάλιστα η υποδοχή που επιφυλάχθηκε στον Φωκά και τα αξιώματα που του απονεμήθηκαν τότε, τα πιο επίσημα όλων (σεμνότατον), αποτελούσαν «σατραπικὰς εὐεργεσίας» και τον τοποθετούσαν ιεραρχικά στην υψηλότερη θέση όλων, κάτι που εξασφαλίζεται με την απονομή του τίτλου του μαγίστρου και αντιστοιχεί στην «τάξιν» που αναφέρει ο αυτοκράτορας στην επιστολή του. Αξιοσημείωτη σε αυτό το πλαίσιο είναι και η επισήμανση του Ψελλού, ότι το μέγεθος της περιουσίας ενός τέτοιου ανθρώπου έπρεπε να αντιστοιχεί στα αξιώματά του (ὅση πρέπειν ἐμφανῶς τῷ ἀξιώματι). Η «δυναστεία» που αναφέρει ο αυτοκράτορας έχει πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο που αντιστοιχεί στην πραγματική εξουσία, τη δύναμη και την επιρροή που κατείχε ο Φωκάς, όχι απλώς απορρέοντα μόνο από το αξίωμα και τον πλούτο του, αλλά πολλαπλασιαζόμενα από την θέση του ως «φίλου» του αυτοκράτορα. Με αντάλλαγμα την προστασία των δικών του συμφερόντων, ο Βασίλειος έκανε τον Φωκά «συνεργὸν … σύμμαχον καὶ συμμύστην», ελπίζοντας, όπως παραδέχεται ο ίδιος, να καταστέλλει τις οποιεσδήποτε ταραχές. Αποκαλύπτεται έτσι εδώ με πληρότητα και σαφήνεια η επιρροή και η ισχύς που η κεντρική κυβέρνηση γνώριζε πως κατείχε ο Φωκάς, για την οποία υπήρχε η εκτίμηση ότι μπορούσε να συγκρατήσει οποιεσδήποτε κινήσεις στα Ανατολικά και η οποία, κατά τον ισχυρισμό της επιστολής, αυξήθηκε με τις ενέργειες του ίδιου του Βασιλείου Β΄. Για την εξασφάλιση της εύνοιας του Φωκά και αναμφίβολα ως μέτρο ενίσχυσής του, αλλά και αντίστροφα, δηλαδή για την εξασφάλιση του ίδιου του Βασιλείου Β΄, ένας μεγάλος αριθμός «οἰκείων» του (όρος που δεν υπάρχει στο κείμενο αλλά τον αναφέρει ο Ψελλός στο σχολιασμό του) πέραν των άμεσων συγγενών του, έλαβε ευεργεσίες με τη μορφή αξιωμάτων και χρημάτων. Η έκφραση «ἀπορία προγονική», που αναφέρεται σε αυτούς, σε αυτό το πλαίσιο δεν φαίνεται να αφορά αποκλειστικά στην οικονομική τους κατάσταση, αλλά κάπως ευρύτερα στο γεγονός ότι αυτοί ως τις ευεργεσίες του Βασιλείου Β΄ ήταν απλοί ιδιώτες –και για την κεντρική εξουσία η εξέχουσα κοινωνική θέση απορρέει από την υπηρεσία. Δεν γίνεται λόγος αποκλειστικά για συγγενείς του Φωκά, αλλά για έναν ευρύτερο κύκλο ανθρώπων που συνδέονταν με αυτόν, οι οποίοι δεν διακρίνονταν για τους προγόνους τους. Στο πλαίσιο της συμφωνίας λοιπόν του Βάρδα Φωκά με τον Βασίλειο Β΄, αυτοί οι άνθρωποι βγήκαν από την ιδιωτική τους «ἀφάνεια» και έλαβαν πολιτικά ή στρατιωτικά αξιώματα και χρήματα. Μάλιστα ο Βασίλειος Β΄ επισημαίνει ότι γι’ αυτό το λόγο σκόπιμα αδιαφορούσε μπροστά στις αδικίες τους, οι οποίες διαπράττονταν κρυφά και φανερά.