Ο Μελίας ανοικοδομεί τη Λυκανδό

Χρονολογία: Τέλη 9ου αι. - αρχές 10ου αι.
Ο Μελίας ανοικοδομεί τη Λυκανδό
Ο μάγιστρος Μελίας και ο Ιωάννης Α΄ Τζιμισκής, φωτογραφία Ν. Μελβάνι.

Ἡ δὲ Λυκανδὸς χθὲς καὶ πρὸς μικροῦ εἰς τάξιν θέματος ἐχρημάτισεν, ἀλλὰ καὶ πόλεως ἐπὶ τῶν χρόνων τοῦ μακαρίτου καὶ ἁγίου μου πατρός. Ἔρημος γὰρ ἦν τὸ πρότερον καὶ ἀοίκητος κἀκείνη καὶ ἡ Τζαμανδὸς καὶ τὰ συμπαρακείμενα μέρη τῶν Ἀρμενίων· καὶ οὐκ ἦν ὄνομα αὐτῶν οὔτ’ ἐν λόγῳ οὔτ’ ἐν ἀριθμῷ. Ὅτε δὲ ὁ μέγας ἐκεῖνος καὶ γιγαντοειδὴς Ἀρμένιος ὁ τῆς Ἀγγουρίνης τῆς Λαικαστρίας γαμβρός, ὁ μακρόχειρ ἐκεῖνος καὶ περιδέξιος, ὃν κατὰ τὴν τῶν Ἀρμενίων διάλεκτον Ἀζάτον ἐκάλουν, ἐκεῖνος γοῦν ἐλθὼν πρὸς τὸν μακαρίτην καὶ ἅγιόν μου πατέρα, εἴτε ὡς πρόσφυξ εἴτε ὡς φίλος οὐκ οἶδα, ἐκεῖνος εἶχε θεράποντα τὸν χθὲς καὶ πρὸ μικροῦ τελευτήσαντα, Μελίαν λέγω τὸν περιβόητον, ὃς καὶ συνεστράτευσεν αὐτῷ πρὸς τὸν δυστυχέστατον πόλεμον, τὸν τοῦ Βουλγάρου λέγω. Τοῦ γοῦν Ἀρμενίου πεσόντος ἐν τῷ προλεχθέντι πολέμῳ πρὸς Συμεὼν τὸν ἀθεώτατον Βούλγαρον —ἦν γὰρ ἐξάρχων τοῦ βασιλικοῦ τάγματος τῶν καλουμένων ἐξκουβίτων —ὅτε καὶ Θεοδόσιος ὁ πρωτοβεστιάριος τοῦ μακαρίου μου πατρὸς ἐν αὐτῷ τῷ πολέμῳ ἠφαντώθη καὶ γέγονεν ἄδηλος. Ὁ γοῦν προλεχθεὶς Μελίας ἐκ τούτου τοῦ πολέμου διασωθεὶς καὶ πρὸς τὴν τῶν Ἀρμενίων χώραν ἀπάρας, εὐφυὴς ὢν καὶ πρὸς λῃστουργίαν βαρβαρικὴν ἐπιτήδειος, συμμορίαν τινὰ τῶν Ἀρμενίων ἀναλεξάμενος καὶ ταυτησὶ τῆς πόλεως τὴν ἄκραν κατοχυρώσας ὡς ἠδύνατο, καὶ κατὰ μικρὸν προιὼν ὅλην, ὡς εἰπεῖν, τὴν πόλιν τοῦ πτώματος ἤγειρε· καὶ προβαίνουσα ἐπὶ τὸ πρόσθεν πᾶσα ἡ χώρα, μεστὴ γέγονε τῶν Ἀρμενίων, κουροτρόφος οὖσα ἀγαθή τε καὶ ἱππόβοτος καὶ παντοίων βοσκημάτων εἰς τροφὴν ἐπιτήδειος. Διὸ καὶ θέμα κατωνομάσθη καὶ εἰς στρατηγίδα περίδοξον ἀνήχθη σπουδῇ τουτουῒ τοῦ κραταιόφρονος.

Πηγή:
De thematibus, 75.1-76.23.
Βιβλιογραφία:
Dédéyan, Les Arméniens en Cappadoce, 76-81· Dédéyan, Les Arméniens sur la frontière, 67-72· Μικρά Ασία, 307-313 (Λουγγής)· ΤΙΒ 2, 224· De thematibus, 144, 146· DAI Commentary, 191· Grégoire, Notes épigraphiques, 79-88· Dagron-Mihăescu, Traité, 241, 244, 256-257.
Σχολιασμός:
Το απόσπασμα είναι ένα μόνο από αυτά που έχει αφιερώσει στον Αρμένιο Μελία ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος στο έργο του Περί θεμάτων. Ο Μελίας, καταγόμενος πιθανώς από γνωστό γένος της Αρμενίας, ήρθε στο Βυζάντιο μαζί με τον πρίγκιπα Ashot, «ὃν κατὰ τὴν τῶν Ἀρμενίων διάλεκτον Ἀζάτον ἐκάλουν», ο οποίος κατέφυγε στον αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄ «εἴτε ὡς πρόσφυξ εἴτε ὡς φίλος». Ο Αζάτης, ως άρχοντας της Αρμενίας, χαρακτηρίζεται «μέγας» από τον Πορφυρογέννητο, ενώ ο Μελίας απλώς «θεράπων», στο συγκεκριμένο λοιπόν πλαίσιο που δίνει ο συγγραφέας ο Μελίας μπορεί να θεωρηθεί μόνο ως μέλος της ακολουθίας του Αζάτη –άλλοι άρχοντες της ακολουθίας του φαίνεται πως αναφέρονται στο έργο του Πορφυρογέννητου Πρὸς τὸν ἴδιον υἱὸν Ῥωμανὸν. Ο Αζάτης έλαβε το αξίωμα του δομέστικου των εξκουβιτόρων (ἐξάρχων), ανέλαβε λοιπόν την διοίκηση ενός των βασιλικών ταγμάτων και πέθανε πολεμώντας στην καταστροφική μάχη του Βουλγαρόφυρου εναντίον του Συμεών (896). Ο θάνατός του φαίνεται πως προκάλεσε τη λύση της σχέσης του Μελία με το Βυζάντιο, αφού έφυγε για την Αρμενία (πρὸς τὴν τῶν Ἀρμενίων χώραν ἀπάρας) και επιδόθηκε σε «λῃστουργίαν βαρβαρικὴν», χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται αν επρόκειτο για πόλεμο κατά των Αράβων ή απλώς για ένα ληστρικό τρόπο διαβίωσης στα απόκρημνα βουνά του ανατολικού Ταύρου. Σύμφωνα με την αφήγηση του Κωνσταντίνου Ζ΄ αυτή την εποχή ο Μελίας ανοικοδόμησε την ακρόπολη της Λυκανδού (τῆς πόλεως τὴν ἄκραν), την οποία έκανε ορμητήριό του. Υπό την κυριαρχία του «πᾶσα ἡ χώρα, μεστὴ γέγονε τῶν Ἀρμενίων». Η «συμμορία» του Μελία, στον πυρήνα της οποίας ενδεχομένως δρούσε η «ακολουθία» του, αποτέλεσε προφανώς τον πυρήνα του πληθυσμού που αυτή την εποχή εποίκισε τη Λυκανδό και τις γύρω περιοχές, και ο Μελίας έγινε ένας πραγματικός δυνάστης ή τοπάρχης στα ανατολικά σύνορα του Βυζαντίου. Η μετατροπή της Λυκανδού σε θέμα έγινε λίγο αργότερα, μετά το θάνατο του Λέοντος Στ΄ (912). Ο Πορφυρογέννητος σημειώνει την αλλαγή χρησιμοποιώντας ορολογία που προδίδει την επίσημη ένταξη της περιοχής στα Βυζαντινά εδάφη: η Λυκανδός απέκτησε «τάξιν θέματος», δηλαδή απέκτησε μία θέση στην «τάξιν» των θεμάτων της αυτοκρατορίας, ενώ πριν από αυτό «οὐκ ἦν ὄνομα οὔτ’ ἐν λόγῳ οὔτ’ ἐν ἀριθμῷ», δηλαδή δεν ήταν γνωστή ούτε ως τοπωνύμιο, ούτε συγκαταλεγόταν σε μία επίσημη και συντεταγμένη στρατιωτική ιεραρχία ή σε οποιονδήποτε κατάλογο (ἀριθμῷ). Η Λυκανδός επίσης απέκτησε «τάξιν» πόλεως, το οποίο στο πλαίσιο που θέτει ο συγγραφέας αλλά και στο πλαίσιο του 10ου αι. αναφέρεται μόνο στον πληθυσμό της πόλης (κάστρου) και πιθανώς στις διοικητικές υπηρεσίες που εγκαταστάθηκαν σε αυτή για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του νέου θέματος. Η Λυκανδός το πιθανότερο δεν έγινε ποτέ έδρα επισκόπου.