Κοινωνική άνοδος μέσω γάμου

Χρονολογία: 6ος αι.
Κοινωνική άνοδος μέσω γάμου
Υπατικό δίπτυχο Ιουστίνου, 540, Die Welt von Byzanz, αρ. 32.

Δύο δὲ κόραι ἐν Βυζαντίῳ ἀδελφαὶ ἤτην, οὐκ ἐκ πατρός τε καὶ τριγονίας ὑπάτων μόνον, ἀλλ’ ἀνέκαθεν αἵματος τοῦ πρώτου ἔν γε τῇ συγκλήτῳ βουλῇ γεγονυῖαι. ταύταις ἤδη ἐς γάμον ἐλθούσαις ἀπολωλότων τῶν ἀνδρῶν χήραις γεγονέναι ξυνέπεσεν. αὐτίκα δὲ ἄνδρας ἡ Θεοδώρα δύο ἀγελαίους τε καὶ βδελυροὺς ἀπολέξασα συνοικίζειν αὐταῖς ἐν σπουδῇ εἶχεν, ἐπικαλοῦσα μὴ σωφρόνως βιοῦν. … αὗται μὲν οὖν ἀνδράσι πτωχοῖς τε καὶ ἀπερριμμένοις πολλῷ ἀπὸ τῆς σφετέρας ἀξίας ἀκούσιαι ξυνῳκίσθησαν, καίπερ εὐπατριδῶν σφίσι παρόντων μνηστήρων. ἡ δὲ μήτηρ αὐταῖς χήρα καὶ αὐτὴ γεγονυῖα οὔτε ἀνοιμῶξαι οὔτε ἀποκλαῦσαι τολμῶσα τὸ πάθος παρῆν τῇ ἐγγύῃ. ὕστερον δὲ ἀφοσιουμένη ἡ Θεοδώρα τὸ μίασμα, δημοσίαις αὐτὰς παρηγορῆσαι ξυμφοραῖς ἔγνω. ἄρχοντα γὰρ ἑκάτερον κατεστήσατο.

Πηγή:
Προκοπίου Ανέκδοτα, 106.3-25.
Βιβλιογραφία:
Beaucamp, Le statut de la femme II, 66-70· Beaucamp, Reference au veuvage, 149-157 (: Beaucamp, Femmes, 65-70)· Beaucamp, Faiblesse, 128· Νικολάου, Γυναίκα, 104-105· Brubaker, Gender and society 436-438.
Σχολιασμός:
Το χωρίο είναι χαρακτηριστικό για την ανανέωση του ανώτερου κοινωνικού στρώματος της αυτοκρατορίας τον 6ο αι. Προέρχεται από τον Προκόπιο, συγγραφέα ο οποίος είναι αντίθετος σε οποιοδήποτε νεωτερισμό και συνήθως τάσσεται υπέρ της διατήρησης της καθεστηκυΐας τάξης. Οι κυρίες, για τις οποίες κάνει λόγο ο συγγραφέας, δεν είναι γνωστές με το όνομά τους. Πρόκειται πάντως για απογόνους οικογενειών που είχαν να επιδείξουν κοινωνικά τουλάχιστον τρεις υπάτους. Ο τίτλος του υπάτου παρέμεινε, αν και ατόνησε η απονομή του μετά το 541, ο υψηλότερος τίτλος της αυτοκρατορίας παρά το γεγονός ότι δεν αντιστοιχούσαν σε αυτόν πραγματικά καθήκοντα. Με τον τρόπο αυτό όμως ο Προκόπιος υπογραμμίζει όχι μόνο την αριστοκρατική καταγωγή των κυριών, των οποίων οι οικογένειες ήταν μέλη της συγκλήτου, αλλά το ότι, μεταξύ των συγκλητικών οικογενειών, αυτές προέρχονταν εξ «αἵματος τοῦ πρώτου». Η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ταυτίζεται στο κείμενο με τους «εὐπατρίδας». Ο όρος είναι αρχαίος και η χρήση του υπερτονίζει την αρχαία, κατά γένος, δηλαδή κατ’ «αἷμα», καταγωγή των συγκλητικών αυτών, κάτι που βέβαια δεν ισχύει για όλα τα μέλη της συγκλήτου. Στον όρο «ἀξία» λοιπόν, που οι κυρίες συμβιβαζόμενες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν, αποδίδεται το περιεχόμενο της καταγωγής, της αρχαιότητας, της ευγένειας. Πρόκειται για έναν περιεκτικό ορισμό, αριστοκρατικής προέλευσης, της έννοιας αυτής. Η ιστορία που αφηγείται ο Προκόπιος εμπεριέχει παρόλα αυτά «τόπους». Η υψηλή καταγωγή των κυριών έρχεται σε δραματική αντίθεση με τους μνηστήρες που επιλέχθηκαν γι’ αυτές, οι οποίοι χαρακτηρίζονται «πτωχοί». Υποκείμενη της σκιαγραφημένης αντίθεσης βρίσκεται η παραδοσιακή άποψη του συγγραφέα ότι η καταγωγή ταυτίζεται με τον πλούτο, συνεπώς η έλλειψη του ενός αποκλείει την ύπαρξη του άλλου, αλλά όχι μόνο αυτό. Ο Προκόπιος προσθέτει και μία ηθική διάσταση με σκοπό να απαξιώσει τους επιλεχθέντες από τη βασίλισσα Θεοδώρα μνηστήρες, χαρακτηρίζοντάς τους «ἀγελαίους τε καὶ βδελυροὺς», ο πρώτος όρος για να αποδείξει πως προέρχονταν από το ανώνυμο πλήθος, ο δεύτερος για να τονίσει την απουσία πολιτισμού που θα ανέμενε κανείς σε ανθρώπους κατώτερης καταγωγής, διεκδικώντας έτσι την κοινωνική αναγνώριση και τα στοιχεία του πολιτισμού αποκλειστικά ως χαρακτηριστικά της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Ωστόσο είναι προφανές ότι οι μνηστήρες, εφόσον κατέστησαν «ἄρχοντες», δεν ανήκαν στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Είναι άγνωστο αν με τον όρο αυτό εννοείται εδώ μία αρχή με πραγματική εξουσία ή απλώς ένας ανώτερος τιμητικός τίτλος που έδινε κοινωνική αναγνώριση. Ο Προκόπιος εδώ φαίνεται να υπονοεί ότι η προαγωγή έγινε εξαιτίας των γάμων με κόρες της συγκλητικής τάξης και ότι οι μνηστήρες δεν είχαν απολύτως καμία διάκριση ως τότε. Δεδομένης της μεροληψίας του Προκοπίου είναι πιθανότερο ότι επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν αναδειχθεί λόγω υπηρεσίας ή λόγω της προτίμησης του Ιουστινιανού Α΄. Έτσι, αντιστρόφως, η συγγένεια των νέων λειτουργών με τις αρχαίες οικογένειες της συγκλήτου θα ήταν ακριβώς η έκφραση της ως τότε αναγνώρισης των υπηρεσιών τους από το κράτος και η ενσωμάτωση των νέων ανθρώπων στο κατεστημένο ιεραρχικό σύστημα της συγκλήτου. Μία ακόμα παράμετρος που θέτει ο Προκόπιος αφορά την φυσική αδυναμία των κυριών και της μητέρας τους, οι οποίες ήταν χήρες, αλλά και την ηθική υπόσταση του βίου τους στην περίπτωση που συνέχιζαν να ζουν χωρίς σύζυγο. Οι χήρες καθώς και η χήρα μητέρα είναι ανίκανες να αντισταθούν στην βασιλική θέληση και ο δεύτερος γάμος μετά τη χηρεία είναι η μόνη διέξοδος που μπορεί να τους προσφέρει προστασία. Η αδυναμία των γυναικών αποτελεί για τη ρωμαϊκή νομοθεσία αφορμή ώστε να προστατευθούν από τις διεκδικήσεις τρίτων, ωστόσο ο νόμος δεν απέκλειε τον δεύτερο ή τον τρίτο γάμο. Η ηθική υπόσταση που δίνει ο Προκόπιος (μὴ σωφρόνως βιοῦν) απασχόλησε μόνο την Εκκλησία για την πιθανότητα, ο δεύτερος γάμος να καλύψει περίπτωση μοιχείας, ενώ θεωρείται ότι η πολιτεία ενδιαφερόταν σε αυτή την περίπτωση μόνο για την τύχη της περιουσίας, ιδιαιτέρως εφόσον υπήρχαν παιδιά από τον πρώτο γάμο.