Επιβάρυνση ιδρυμάτων και παροίκων επί Νικηφόρου Α΄

Χρονολογία: 810

πέμπτην, τοὺς τῶν εὐαγῶν οἴκων παροίκους τοῦ τε ὀρφανοτροφείου καὶ τῶν ξενώνων καὶ γηροκομείων τε καὶ ἐκκλησιῶν καὶ μοναστηρίων βασιλικῶν τὰ καπνικὰ ἀπαιτεῖσθαι ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς αὐτοῦ τυραννίδος, τὰ δὲ κρείττονα τῶν κτημάτων εἰς τὴν βασιλικὴν κουρατορίαν αἴρεσθαι, τὰ μέντοι τέλη αὐτῶν ἐπιτίθεσθαι τοῖς ἐναπομείνασιν εἰς τοὺς αὐτοὺς εὐαγεῖς οἴκους κτήμασι καὶ παροίκοις, ὡς διπλοῦσθαι πολλῶν τὰ τέλη, τῶν οἰκήσεων στενουμένων αὐτοῖς καὶ τῶν χωρίων.

Πηγή:
Θεοφάνη Χρονογραφία, 486.29-487.5.
Βιβλιογραφία:
Niavis, Nicephorus I, 98-100· Oikonomidès, Fiscalité, 27-28, 30, 137-138, 139, 158· Kaplan, Les hommes et la terre, 298-299, 547· Brandes, Finanzverwaltung, 46· Χριστοφιλοπούλου, Οικονομική πολιτική, 425-427· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β1, 167-169· Mango-Scott, Chronicle, 669-670· Yannopoulos, Les prêts maritimes, 90· Cheynet, Aristocratie, 300-301·
Σχολιασμός:
Στο έτος 810 τοποθετεί ο χρονογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής τις περίφημες «κακώσεις» του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄, μολονότι είναι σαφές πως αφορούν συγκεκριμένο δημοσιονομικό πρόγραμμα με δέσμη μέτρων που ελήφθησαν σε βάθος χρόνου. Η συγκεκριμένη μαρτυρία αφορά τα μέτρα για τις μονές και τους ευαγείς οίκους. Συνοπτικά η αριθμούμενη ως πέμπτη κάκωση, στην πραγματικότητα περιέχει δύο μέτρα, τα οποία ενδεχομένως είναι απόρροια της γενικής αναθεώρησης του κτηματολογίου. Το πρώτο μέτρο αφορά στην επιβολή του φόρου του καπνικού στις μονές και τα ευαγή ιδρύματα. Ο φόρος δεν είναι νέος, και θεωρείται πως είτε γενικεύθηκε αυτή την εποχή ώστε να καταβάλλεται και από αυτούς τους ιδιοκτήτες, είτε επανήλθε σε ισχύ μετά τις φορολογικές απαλλαγές που είχε παραχωρήσει σε αυτά τα ιδρύματα η αυτοκράτειρα Ειρήνη, είτε αφορά σε αύξηση του εργατικού δυναμικού. Η γενική απογραφή και ενημέρωση των κτηματολογίων που διέταξε ο αυτοκράτορας φαίνεται πως αποκάλυψε μεγάλες εκτάσεις τις οποίες είχαν προς εκμετάλλευση οι αγρότες, χωρίς να υπάρχουν γι’ αυτές οι ανάλογοι τίτλοι ιδιοκτησίας. Το κράτος προχώρησε στην εφαρμογή της εξίσωσης, της αντιστοίχισης δηλαδή του καταβαλλόμενου φόρου με την έκταση της αξιοποιούμενης γης, και κατάσχεσε την γη που περίσσευε. Ο συγγραφέας τονίζει ότι τα μέτρα αυτά επηρέασαν τους ευαγείς οίκους (ορφανοτροφεία, ξενώνες, γηροκομεία) και τις βασιλικές μονές (τις μονές που ανήκαν στο κράτος), προφανώς υπονοώντας ότι το κοινωνικό έργο που παρείχαν δεν θα μπορούσε πλέον να συνεχισθεί με τους ίδιους όρους. Ωστόσο στην πραγματικότητα αυτοί που επλήγησαν ήταν οι πάροικοι, δηλαδή οι εξαρτημένοι καλλιεργητές των κτημάτων αυτών. Αφενός η αναδρομική ισχύ που δόθηκε στον νόμο (ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους), και αφετέρου η κατοχύρωση στο δημόσιο κτημάτων που εκμεταλλεύονταν ως εκείνη τη στιγμή είχε ως αποτέλεσμα τον διπλασιασμό των φόρων που κατέβαλλαν. Το συμπέρασμα ωστόσο διατυπώνεται με υπερβολή από τον Θεοφάνη, εφόσον ισχύει μόνο αναλογικά με την ετήσια πρόσοδο, η οποία ως την εφαρμογή του μέτρου παρέμενε αφορολόγητη, αφού ουσιαστικά επρόκειτο για πρόσοδο που δεν είχε καταγραφεί. Ο Θεοφάνης μοιάζει να υπονοεί ότι ως τότε η αγροτική εκμετάλλευση των παροίκων έτεινε προς επέκταση, συνεπώς η παρατήρησή του, ότι μίκρυναν «οἱ οἰκήσεις καὶ τὰ χωρία» έχει σχέση με την απότομη περικοπή των δραστηριοτήτων τους και της οικονομικής τους επέκτασης. Η πληροφορία για την κατοχύρωση της γης που απαλλοτριώθηκε με αυτόν τον τρόπο, που κατά τον Θεοφάνη αποτελούσαν «τὰ κρείττονα τῶν κτημάτων», στην βασιλική περιουσία, δηλώνει εμμέσως την απληστία του Νικηφόρου Α΄. Η γη το πιθανότερο θα διανέμονταν σε ακτήμονες καλλιεργητές, το οποίο θα υποδήλωνε ίσως μία γενική ανάπτυξη την εποχή αυτή, κάτι που συνάδει και με την επέκταση των παροικικών εκμεταλλεύσεων, και δηλώνει ευκολία εξεύρεσης εργατικού δυναμικού. Τουλάχιστον ένα μέρος της, τα κτήματα που βρίσκονταν στα παράλια, ο συγγραφέας φαίνεται να υπονοεί ότι παραχωρήθηκαν έναντι αντιτίμου σε κατοίκους των παραλίων.