Επιβάρυνση των κοινοτήτων χωρίων επί Νικηφόρου Α΄

Χρονολογία: 810

δευτέραν σὺν ταύτῃ κάκωσιν, προσέταξε στρατεύεσθαι πτωχοὺς καὶ ἐξοπλίζεσθαι παρὰ τῶν ὁμοχώρων, παρέχοντας καὶ ἀνὰ ὀκτωκαίδεκα ἡμίσους νομισμάτων τῷ δημοσίῳ, καὶ ἀλληλεγγύως τὰ δημόσια. Τρίτην κακόνοιαν, ἐποπτεύεσθαι πάντας, καὶ ἀναβιβάζεσθαι τὰ τούτων τέλη, παρέχοντας καὶ χαρτιατικῶν ἕνεκα ἀνὰ κερατίων β΄· καὶ πρὸς τετάρτην, τοὺς κουφισμοὺς πάντας ἀναβιβάζεσθαι προσέταττεν.

Πηγή:
Θεοφάνη Χρονογραφία, 486.23-29.
Βιβλιογραφία:
Oikonomidès, Fiscalité, 30, 34, 39, 138-139· Oikonomides, Role, 990· Niavis, Nicephorus I, 60-74, 88-89, 93-96· Kaplan, Les hommes et la terre, 237, 245· Χριστοφιλοπούλου, Οικονομική πολιτική, 415-418, 423-425· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β1, 169· Brandes, Finanzverwaltung, 201· Hendy, Studies, 636· Yannopoulos, Les prêts maritimes, 90· Haldon, Recruitment, 50-53· Lemerle, Agrarian history, 62-64· Ahrweiler, Recherches, 20· Mango-Scott, Chronicle, 669· Zuckerman, Studies, 100· Patlagean, Les armes, 42-43· Haldon, Military service, 25-28· Lilie, Reform, 198-199.
Σχολιασμός:
Στο έτος 810 τοποθετεί ο χρονογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής τις περίφημες «κακώσεις» του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄, μολονότι είναι σαφές πως αφορούν συγκεκριμένο δημοσιονομικό πρόγραμμα με δέσμη μέτρων που ελήφθησαν σε βάθος χρόνου. Το απόσπασμα αφορά τον πληθυσμό των χωρίων στις επαρχίες και περιλαμβάνει τρία από τα μέτρα του Νικηφόρου Α΄, την στράτευση των «πτωχών» και την επιβολή νέου φόρου. Στο πλαίσιο που θέτει ο συγγραφέας την στράτευση των πτωχών η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε δεν είναι νέα για το Βυζάντιο, αλλά είναι γνωστή από την πρωτοβυζαντινή εποχή πριν την διεύρυνση της εθελοντικής στρατολόγησης (5ος-6ος αι.). Σκοπός του μέτρου ήταν κατά τα φαινόμενα η αριθμητική ενίσχυση των στρατευμάτων, πιθανώς στις επαρχίες που επηρεάστηκαν από την υποχρεωτική μετοίκηση στρατιωτών και το πρακτικό αποτέλεσμα ήταν η διεύρυνση της πληθυσμιακής βάσης που υπαγόταν στην υποχρέωση στράτευσης και κατ’ επέκταση στην «στρατεία». Το δημοσιονομικό θέμα επιλύθηκε με τη συλλογική ευθύνη των κατοίκων χωρίων (ὁμοχώρων) για την παροχή του εξοπλισμού των νέων στρατιωτών, που εκτιμήθηκε στα δεκαοκτώ και ήμισυ νομίσματα. Η μαρτυρία πιστοποιεί ότι στις αρχές του 9ου αι. οι στρατιώτες ήταν οικονομικά υπεύθυνοι για τον εξοπλισμό τους –προμήθευση και συντήρηση εξοπλισμού και το πιθανότερο και πολεμικού ίππου– και αντιστρόφως ότι το κράτος δεν έφερε ευθύνη για την συντήρηση των στρατιωτών. Αυτόματα σχεδόν οι στρατιώτες χωρίζονται σε δύο ευρείες ομάδες, σε αυτούς που ήταν ικανοί να συντηρήσουν τον εξοπλισμό τους και σε αυτούς που δεν είχαν αυτή την οικονομική δυνατότητα, τους οποίους ο Θεοφάνης χαρακτηρίζει «πτωχούς». Ο συγγραφέας όμως δεν συνδέει, ούτε αφήνει να υπονοηθεί ότι η παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας είναι συνδεδεμένη με τη γη στις αρχές του 9ου αι. Μπορεί ωστόσο να θεωρηθεί ότι αυτή την εποχή η κυβέρνηση είχε πλήρη επίγνωση πως η οικονομική δύναμη κάθε στρατιώτη στηριζόταν στην κατοχή γης, εφόσον το μέτρο αυτό βρίσκει την εφαρμογή του εντός των κοινοτήτων χωρίων. Φαίνεται έτσι ότι η κυβέρνηση προσπάθησε για το λόγο αυτό να εμπλέξει στην υποχρέωση στράτευσης και πληθυσμό που δεν είχε τα μέσα να συντηρήσει την στρατεία, τους «πτωχούς», επιβαρύνοντας φορολογικά τους ομοχώρους, με άλλα λόγια βρήκε τρόπο να ξεπεράσει το πρόβλημα της στράτευσης των πτωχών. Συνδεδεμένη με την διεύρυνση της στράτευσης ήταν ενδεχομένως και η απογραφή του συνόλου των φορολογούμενων (ἐποπτεύεσθαι πάντας), η οποία το πιθανότερο οδήγησε σε διεύρυνση της φορολογικής βάσης της αυτοκρατορίας με ταυτόχρονη αύξηση του μέσου όρου του φόρου κατά δύο κεράτια, «χαρτιατικῶν ἕνεκα», δηλαδή για την σύνταξη των νέων καταστίχων (κτηματολογίων) των επαρχιών. Κατά τον Θεοφάνη ο Νικηφόρος «τοὺς κουφισμοὺς πάντας ἀναβιβάζεσθαι προσέταττεν». Το μέτρο αυτό θεωρείται πως αφορά την κατάργηση των φορολογικών απαλλαγών που είχε παραχωρήσει η Ειρήνη σε μοναστικά ιδρύματα, που ο συγγραφέας θα σημείωνε με περισσότερη σαφήνεια. Η έκφρασή του ωστόσο φαίνεται να δηλώνει περισσότερο ότι υπήρχε μία γενική αναθεώρηση των φορολογικών ελαφρύνσεων που είχαν παραχωρηθεί τα προηγούμενα χρόνια, παρά μία γενικευμένη κατάργηση των φορολογικών απαλλαγών. Στο πλαίσιο που διαγράφηκε η συλλογική ευθύνη καταβολής των φόρων από τους φορολογούμενους μιας κοινότητας χωρίου (ἀλληλεγγύως τὰ δημόσια), που επίσης δεν αποτελεί νεωτερισμό για το Βυζάντιο, αφορά το πιθανότερο το σύνολο των μέτρων και όχι αποκλειστικά τους φόρους των πτωχών. Ο συγγραφέας μεταφέρει έτσι την εικόνα ότι οι κάτοικοι χωρίου, οι οποίοι κατέβαλλαν από κοινού τους φόρους του χωρίου, επιβαρύνθηκαν με την καταβολή επιπλέον 18,5 νομισμάτων για τον εξοπλισμό των στρατιωτών και με δύο επιπλέον κεράτια έκαστος, το οποίο συνιστά συνολικά σημαντική φορολογική επιβάρυνση. Η αναθεώρηση των ελαφρύνσεων ήταν ακόμα ένα μέτρο το οποίο έπληττε τους φορολογούμενους. Ο Θεοφάνης χαρακτηρίζει πτωχούς τους νέους στρατιώτες για να ενισχύσει την αρνητική εντύπωση που θέλει να αναμεταδώσει. Η στράτευση για πτωχούς ή πένητες αποτελεί σημαντική κοινωνική αναβάθμιση στο πλαίσιο της κοινότητας χωρίου αλλά και γενικότερα, αφού αυτοί εντάσσονται στις μισθοδοτούμενες από το βυζαντινό κράτος ομάδες. Η γενίκευση του μέτρου αυτού, αν και παραμένει άγνωστο αν αφορούσε έναν ή περισσότερους στρατιώτες ανά κοινότητα, αποτελεί διεύρυνση της κοινωνικής βάσης του στρατού και «άνοιγμα» του βυζαντινού κράτους στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.