Μέτρα του Νικηφόρου Α΄ που αφορούν τους εμπόρους

Χρονολογία: 810

ἐννάτην, τοὺς τὰς παραθαλασσίας οἰκοῦντας, μάλιστα τῆς μικρᾶς Ἀσίας, ναυκλήρους μηδέποτε γηπονικῶς ζήσαντας ἄκοντας ὠνεῖσθαι ἐκ τῶν καθαρπαγέντων αὐτῷ κτημάτων, ὡς ἂν ἐκτιμηθῶσι παρ’ αὐτῷ. δεκάτην, τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπισήμους ναυκλήρους συναγαγὼν δέδωκεν ἐπὶ τόκῳ τετρακεράτῳ τὸ νόμισμα ἀνὰ χρυσίου λιτρῶν δώδεκα τελοῦντας καὶ τὰ συνήθη κωμέρκια.

Πηγή:
Θεοφάνη Χρονογραφία, 487.13-19.
Βιβλιογραφία:
Niavis, Nicephorus I, 105-109· Χριστοφιλοπούλου, Οικονομική πολιτική, 418-419, 427-431· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β1, 169-171· Mango-Scott, Chronicle, 670· Brandes, Finanzverwaltung, 493-497· Γερολυμάτου, Εμπόριο, 241· Oikonomidès, Les marchands qui voyagent, 308-309· Yannopoulos, Les prêts maritimes, 90-95· Antoniadis-Bibicou, Douanes, 41, 241-242· Antoniadis-Bibicou, Études, 110-114· Ahrweiler, Byzance et la mer, 407· Rodolakis, Mesures, 127-146· Treadgold, Byzantium, 173.
Σχολιασμός:
Στο έτος 810 τοποθετεί ο χρονογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής τις περίφημες «κακώσεις» του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄, μολονότι είναι σαφές πως αφορούν συγκεκριμένο δημοσιονομικό πρόγραμμα με δέσμη μέτρων που ελήφθησαν σε βάθος χρόνου. Η έννατη και δέκατη «κάκωση» αφορούν τις ομάδες που είχαν αναπτύξει ναυτικές και εμπορικές δραστηριότητες. Σε κατοίκους που σύμφωνα με τον συγγραφέα δεν είχαν ζήσει ποτέ από την εκμετάλλευση της γης, αλλά ήταν ναύκληροι, δηλαδή πλοιοκτήτες, επιβλήθηκε η υποχρεωτική αγορά γης, η οποία προερχόταν από τη γη που είχε «αρπάξει» ο Νικηφόρος Α΄ (ἐκ τῶν καθαρπαγέντων κτημάτων). Ο σκοπός ήταν «ὡς ἂν ἐκτιμηθῶσι», δηλαδή να φορολογηθούν, εφόσον η φορολόγηση της γης είχε στο Βυζάντιο σταθερές τιμές. Αυτό θα σήμαινε ότι πριν από αυτό το μέτρο, οι ναύκληροι δεν φορολογούνταν, αλλά μία τέτοια ερμηνεία αποτελεί απλούστευση. Θεωρείται γενικά ότι η «κάκωση» αυτή συνδέεται πολύ περισσότερο με την δημιουργία ή ενίσχυση του θεματικού ναυτικού και των στόλων των θεμάτων παρά με το εμπόριο. Αυτή η ερμηνεία σημαίνει ότι οι πρώην ναύκληροι τώρα καταγράφηκαν στα κατάστιχα (κτηματολόγια) του δημοσίου ως φορολογούμενοι γαιοκτήμονες, και στους καταλόγους αυτών που υπέκειντο σε υποχρέωση στρατείας. Παρόλα αυτά ο Θεοφάνης δεν κάνει λόγο για υποχρεωτική στράτευση, το οποίο δεν θα παρέλειπε να αναφέρει αν υπήρχε τέτοια συνέπεια (όπως εξάλλου και με την στράτευση των πτωχών). Το μέτρο ωστόσο φαίνεται ότι επιτυγχάνει την ένταξη αυτών γενικότερα σε κάποια «κοινότητα χωρίου», όπου οι γεωργοί/κάτοικοι ήταν συλλογικά υπεύθυνοι για την καταβολή των φόρων και ενίοτε για τον εξοπλισμό στρατιωτών. Έτσι, είναι πολύ πιθανό ότι το μέτρο υποβοηθούσε την διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Η τελευταία κάκωση κάνει λόγο για την κρατική δανειοδότηση των εμπόρων (ναυκλήρων) της Κωνσταντινούπολης με τόκο τέσσερα κεράτια ανά νόμισμα (που ισοδυναμεί με 16,6%). Το απόσπασμα συνδέει ξεκάθαρα το μέτρο με την οικονομική ισχύ της ομάδας που αφορούσε, δηλαδή με τους «ἐπισήμους ναυκλήρους», τους πιο πλούσιους μεταξύ των εμπόρων της Κωνσταντινούπολης. Η επιλογή αυτών για το συγκεκριμένο μέτρο προφανώς εξηγείται από τη δυνατότητα αποπληρωμής του υψηλότοκου δανείου, την οποία διέθεταν οι «ἐπίσημοι». Η σημασία της δανειοδότησης το πιθανότερο έγκειται στην ασφάλεια της πηγής, δηλαδή στο ίδιο το κράτος, το οποίο μόνο είχε την δυνατότητα να χρηματοδοτήσει την επέκταση του εμπορίου, και συγκεκριμένα το ναυτικό εμπόριο που ενείχε μεγαλύτερo ρίσκο. Η ίδια η ανάγκη για ρευστότητα όμως, καθώς και το ύψος του δανείου (δώδεκα λίτρες ή 864 νομίσματα), υποδηλώνει επέκταση των εμπορικών δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης ομάδας, που μπορεί να αφορούσαν είτε το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων είτε τον όγκο και την ποιότητα του διακινούμενου εμπορεύματος.