Η διακυβέρνηση του Ανδρονίκου Α΄ Κομνηνού

Χρονολογία: 12ος αι., 1184/5

Ἀναποιῶν δὲ καὶ τὰς πραιτωρίας ἀρχὰς ἄνδρας λογίμους καὶ τῶν ἀπὸ βουλῆς ἀρίστους αὐταῖς ἦν ἐφιστῶν. Ἀλλὰ καὶ ἁδροτάτοις ἐπαίρων φιλοδωρήμασι τεθραμμένους εἴποι ἄν τις ταῖς εὐποιΐαις ἐξέπεμπε, προμηθούμενος ἐντεῦθεν τοῦ ἀνεπαχθῶς ταῖς πόλεσι στέλλεσθαι καὶ τοῦ σφᾶς ἐπιμόνως προσανέχειν τῷ ἐλέῳ καὶ τῇ κρίσει τῶν ταπεινῶν. οἱ δὲ διαρκῶς τῶν ἐπιτηδείων ἔχοντες (ἀνὰ τεσσαράκοντα γὰρ καὶ ἀνὰ ογδοήκοντα νομίσματος ἀργυρέου μνᾶς ἀπεφέροντο) ὥσπερ ἱερῶν χρημάτων ἐφείδοντο ἃ παρά τινων καὶ αὐθαιρέτως σφίσι παρείχοντο ἀνθ’ ὧν ἐκ χειρὸς δυνάστου ἐρρύσθησαν ἤ τινος ἄλλως ἀγαθοῦ μετέλαβον. ὅθεν διὰ βραχέος εἰς πληθυσμὸν αἱ πόλεις ἐπέδωκαν ἥ τε γῆ τὰ ἐκφόρια κατὰ ἑκατοστύας ἀνέδωκε καὶ ὀλίγου τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀπεδίδοτο.
Ἦν δὲ καὶ τοῖς κατειπεῖν ἔχουσι τῶν χειροδικῶν εὐέντευκτος καὶ πρόσωπα μὴ λαμβάνων οὐκ ᾖρεν ἀπὸ τοῦ δικαίου τὸ δίκαιον ἐπ’ ἴσης τε τῷ τὴν τύχην χθαμαλῷ τὸν καὶ γένει καὶ πλούτῳ σεμνὸν παράγων ἐπὶ τὸ κρίνεσθαι ἀμφοτέρων νουνεχόντως κατηκροᾶτο καὶ ἐπέπληττεν ἱκανῶς καὶ δίκην ἐπετίθει ἀνάλογον τῷ γαύρῳ καὶ ἀδοξοῦντι μετὰ πένητος κρίνεσθαι, εἰ πεφώραται ἀδικῶν ἢ ἐκθλίβων καὶ τύπτων πυγμῇ τὸν ἔγγιστα.

Πηγή:
Χωνιάτη Χρονική διήγησις, 330.64-81.
Βιβλιογραφία:
Brand, Byzantium, 57, 65-66· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Γ΄, 175-176, 177.
Σχολιασμός:
Το απόσπασμα προέρχεται από τη γενική αποτίμηση της βασιλείας του Ανδρονίκου Α΄ Κομνηνού (1183-1185) που συνέγραψε ο Νικήτας Χωνιάτης, ο οποίος επιβραβεύει τον αυτοκράτορα για την επιλογή των αξιωματούχων και για την απονομή δικαιοσύνης (πραιτωρίαι ἀρχαί). Συγκεκριμένα, χρησιμοποιώντας αρχαΐζουσα ορολογία, ο Χωνιάτης επισημαίνει ότι ο Ανδρόνικος Α΄ επέλεξε τους «ἀρίστους» για τα ανώτερα αξιώματα, που στο πλαίσιο της αφήγησης λαμβάνει την πλήρη αρχαιοελληνική έννοια του όρου, καθώς μεταφέρει τόσο την ηθική ποιότητα όσο και την ευγένεια που προϋποθέτει η συμμετοχή στη σύγκλητο (ἀπὸ βουλῆς). Μολονότι τα αξιώματά τους δεν προδιορίζονται από τον συγγραφέα, η δράση τους τοποθετείται στις επαρχίες, συνεπώς οι «ἀρχαὶ» για τις οποίες γίνεται λόγος αφορούν ανώτερες θέσεις εκτός της πρωτεύουσας. Η επιτυχής δράση των αξιωματούχων αυτών οφείλεται αφενός στις υψηλές αμοιβές τους (φιλοδωρήματα ή εὐποιίαι), δηλαδή στην εκτίμηση ότι εξαιτίας αυτών ήταν δικαιότεροι στις αποφάσεις τους, αφετέρου στην απροθυμία τους να δεχθούν δώρα ή μερίδιο (ἃ αὐθαιρέτως παρείχοντο) έναντι των φορολογικών απαλλαγών ή άλλης ευεργεσίας που φρόντισαν να λάβουν κάποιοι από τον δυνάστη, δηλαδή από τον αυτοκράτορα (ἀνθ’ ὧν ἐρρύσθησαν ἤ τινος ἀγαθοῦ μετέλαβον). Κατά τον Χωνιάτη μάλιστα πρόθεση του αυτοκράτορα ήταν να μην επιβαρυνθούν οι πόλεις και ο λαός (οἱ ταπεινοί), προφανώς μέσω της φορολόγησης, και οι άρχοντες να αφοσιωθούν στην απονομή δικαιοσύνης προς όφελος των «ταπεινῶν». Έτσι, αυτό που στην πραγματικότητα διηγείται εδώ ο Χωνιάτης είναι η μείωση της φορολόγησης, πιθανώς μέσω συγκεκριμένων απαλλαγών, η οποία κατά τον συγγραφέα οδήγησε τις επαρχίες σε γενική ευημερία, που εκδηλώθηκε με την αύξηση του πληθυσμού των πόλεων και με τον πολλαπλασιασμό της σοδειάς –στην πραγματικότητα με τη μείωση της φορολόγησης που είχε ως αποτέλεσμα η σοδειά να μένει στους αγρότες. Η δικαιοσύνη του Ανδρονίκου Α΄ για τον Χωνιάτη γίνεται αφορμή επαίνου επειδή δεν μεροληπτούσε υπέρ των εξεχόντων. Οι όροι «πρόσωπα» και «πένητες» αντιπροσωπεύουν την συνήθη για το Βυζάντιο αντιπαράθεση της ισχύος και της κοινωνικής αδυναμίας αντίστοιχα. Ο Χωνιάτης ονομάζει τον άνθρωπο που προέρχεται από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα «χθαμαλό» και τον αντιπαραβάλλει με τον «σεμνό», ο οποίος έχει να επιδείξει την καταγωγή του (γένος) και τον πλούτο του. Μία ιδιαίτερη έννοια που εμπεριέχεται εδώ είναι αυτή της άσκησης βίας. Κατά τον Χωνιάτη, ο Ανδρόνικος Α΄ καταδίκαζε τη βία (τοῖς κατειπεῖν τῶν χειροδικῶν εὐέντευκτος) και επέτρεπε να δικαστεί μαζί με τον πένητα (μετὰ πένητος κρίνεσθαι) αυτός που είχε ασκήσει βία εναντίον του ή είχε διαπράξει κάποια αδικία (πεφώραται ἀδικῶν ἢ ἐκθλίβων καὶ τύπτων πυγμῇ). Έτσι, προκύπτει ότι κάποιοι επικαλούνταν την κοινωνική τους θέση προκειμένου να αποφεύγουν να δικαστούν για τα παραπτώματά τους αλλά και την κοινωνική αδυναμία των πενήτων που, ανάλογα με την περίπτωση, δεν μπορούσαν να εμφανιστούν μόνοι στο δικαστήριο, ενώ φαίνεται ότι η άσκηση βίας ήταν συχνό φαινόμενο. Υπό την ερμηνεία αυτή η έκφραση του Νικήτα Χωνιάτη «γαῦρος καὶ ἀδοξῶν» συνιστά οξύμωρο σχήμα: αυτός που περηφανεύεται δεν είναι άξιος τιμής, εφόσον είναι αυτός, που διαπράττει αδικίες και καταφεύγει στη βία, και η καταδίκη του είναι ανάλογη της πράξης του.