Εξαγορά των αξιωμάτων

Χρονολογία: 6ος αι., 535

Πανταχόθι μέντοι τῆς Ῥωμαίων ἀρχῆς ὁ Ἰουστινιανὸς ἐποίει τάδε. τοὺς πονηροτάτους τῶν ἀνθρώπων ἀπολεξάμενος διεφθάρθαι ἀπεδίδοτο τὰς ἀρχὰς σφίσι χρημάτων μεγάλων. σώφρονι γὰρ ἀνδρὶ ἢ ξυνέσεως ὁπωστιοῦν μεταλαχόντι ἔννοια οὐδεμία ἐγένετο χρήματα οἰκεῖα προΐεσθαι, ἐφ’ ᾧ δὴ τοὺς οὐδὲν ἠδικηκότας ληΐζηται. τοῦτό τε τὸ χρυσίον πρὸς τῶν ξυμβαλλόντων κεκομισμένος ἐς τὴν ἐξουσίαν αὐτοὺς ἐνεβίβαζε τοῦ τοὺς κατηκόους πάντα ἐργάζεσθαι. ἀφ’ ὧν ἔμελλον τὰς χώρας αὐτοῖς ἀνθρώποις ἀπολοῦντες ἁπάσας πλούσιοι τὸ λοιπὸν ἔσεσθαι αὐτοί. οἱ δὲ τὰς τῶν πόλεων τιμὰς ἐπὶ τόκοις ἁδροῖς τισιν ἀπὸ τῆς τραπέζης δεδανεισμένοι καὶ τῷ ἀποδεδομένῳ ἀπαριθμήσαντες, ἐπειδὴ ἐγίνοντο ἐν ταῖς πόλεσι, πᾶσαν κακοῦ ἰδέαν ἐς τοὺς ἀρχομένους ἀεὶ ἐνδεικνύμενοι οὐκ ἄλλου του ἐν ἐπιμελείᾳ καθίσταντο ἢ ὅπως τοῖς χρήσταις τὰ ὡμολογημένα τελέσειαν καὶ αὐτοὶ τὸ λοιπὸν ἐν τοῖς πλουσιωτάτοις τετάξονται, οὐκ ἔχοντος αὐτοῖς κίνδυνόν τινα ἢ ὕβριν τοῦ ἔργου, φέροντος δέ τι καὶ δόξης μᾶλλον, ὅσῳ καὶ πλείους τῶν σφίσι παραπεπτωκότων οὐδενὶ λόγῳ ἀποκτείναντες ληΐζεσθαι ἴσχυον. τὸ γὰρ τοῦ φονέως τε καὶ λῃστοῦ ὄνομα ἐς τὸ τοῦ δραστηρίου αὐτοῖς ἀποκεκρίσθαι ξυνέβαινεν. ὅσους μέντοι τῶν ἐχόντων ἀρχὰς ᾔσθετο πλούτῳ ἀκμάζοντας, τούτους δὴ σκήψεσι σαγηνεύσας εὐθὺς ἅπαντα συλλήβδην ἀφῃρεῖτο τὰ χρήματα.

Πηγή:
Προκοπίου Ανέκδοτα, 130.3-131.3.
Βιβλιογραφία:
Jones, LRE, 279, 395.
Σχολιασμός:
Η πληροφορία που παρέχει ο Προκόπιος βρίσκεται σε άμεση συσχέτιση με τη Νεαρά του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ αρ. 8 και το προσαρτημένο σε αυτή έδικτον που ρυθμίζουν την πώληση των αξιωμάτων. Η πρόθεση του Ιουστινιανού Α΄ ήταν ο περιορισμός των δωροδοκιών μέσω της διοχέτευσης στα κρατικά ταμεία των χρημάτων (τὸ χρυσίον κεκομισμένος) που καταβάλλονταν από τους ενδιαφερόμενους για την αγορά κάποιου αξιώματος. Σύμφωνα με την αφήγηση του Προκοπίου, η πρακτική αυτή είχε απλώς ως αποτέλεσμα τη μετακύλιση της οικονομικής επιβάρυνσης στους υπηκόους, εφόσον οι διοικητές των επαρχιών ενδιαφέρονταν κατά τη διάρκεια της θητείας τους να αναπληρώσουν τα χαμένα ποσά και να έχουν κέρδος. Είναι πιθανόν ότι ο νόμος αυτός είχε απλώς αποτέλεσμα προσθετικό στην οικονομική επιβάρυνση των υποψηφίων αξιωματούχων, παρά απαλλακτικό, με άλλα λόγια ότι πέρα από τα «νόμιμα» χρήματα που καταβάλλονταν, σημαντικά ποσά και πάλι κατέληγαν για τις δωροδοκίες στους αρμόδιους ανώτερους αξιωματούχους, γεγονός που συχνά ανάγκαζε τους ενδιαφερόμενους να καταφεύγουν στην λήψη έντοκων δανείων από τραπεζίτες («ἀπὸ τῆς τραπέζης»). Άμεσο αντίκτυπο είχε η πρακτική αυτή στην απονομή δικαιοσύνης στις πόλεις και τους κατοίκους των πόλεων και των περιφερειών τους, εφόσον βασικός σκοπός ήταν η κάρπωση των περιουσιών των ανθρώπων, συχνά, κατά τον Προκόπιο, κατόπιν φόνου (ἀποκτείναντες ληΐζεσθαι). Μάλιστα με περισσή ειρωνία ο Προκόπιος σημειώνει ότι αυτή η δραστηριότητα απέδιδε «δόξα» σε αυτούς τους αξιωματούχους, στους οποίους αποδίδει το «ὄνομα τοῦ φονέως τε καὶ λῃστοῦ» σαν τιμητικό τίτλο. Το κύριο ενδιαφέρον του Προκοπίου δεν ήταν οι κοινωνικές επιπτώσεις του συστήματος της πώλησης των αξιωμάτων, αλλά η αυστηροποίηση του ελέγχου, εφόσον ο υπερβολικός πλουτισμός –μέσω αυτών των μεθόδων και όχι μόνο- τραβούσε την προσοχή του Ιουστινιανού Α΄ και κατά τον συγγραφέα είχε συχνά ως αποτέλεσμα την κατάσχεση των περιουσιών (συλλήβδην ἀφῃρεῖτο τὰ χρήματα). Έτσι ο Προκόπιος περιγράφει μία κυκλική πορεία των χρημάτων, τα οποία στο τέλος, προς μεγάλη του δυσαρέσκεια, κατέληγαν και πάλι στον Ιουστινιανό Α΄.