Η χρηματική παρακαταθήκη του Γρηγορίου Πακουριανού

Χρονολογία: 1083

Πολλὰ δὲ καὶ ἕτερα εἴρηκέ τε καὶ ἐτύπωσεν ὁ δηλωθεὶς μακαρίτης αὐτάδελφός μου ἔκ τε τῶν κτημάτων καὶ τῶν χρημάτων αὐτοῦ ταῖς ἐμαῖς χερσὶν διανεμηθῆναι ὑπὲρ ψυχικῆς αὐτοῦ σωτηρίας, ἀπό τε νομισμάτων καὶ παντοίων χρημάτων, ἀσημίων τε καὶ ἱματισμοῦ καὶ ἄλλων παντοίων εἰδῶν, πρὸς δὲ καὶ τετραπόδων, καὶ γὰρ εὐδοκίᾳ Θεοῦ πάντη πλούσιος ἦν καὶ παντοίων εἰδῶν ἀδιάλειπτος. Ἀλλ’ οὐδὲ τῶν ἐμῶν χρημάτων τε καὶ νομισμάτων, ὧν εἶχε παρακαταθήκης λόγῳ, ἀπέλαβον, ὧν τὰ μὲν ἐκ τῶν ἐμῶν ἐδέξατο ἀριδήλως χειρῶν, τὰ δὲ ἐν τῷ προβληθῆναί με δοῦκα Θεοδοσιουπόλεως καὶ ἐν τῇ ἀνατολῇ ἐξελθεῖν πάντων τε τῶν κτημάτων μου τὰς προνοίας καὶ διοικήσεις παρ’ ἐμοῦ διενεργεῖν προτραπείς, τὰς προσόδους τούτων αὐτὸς συνηγάγετο καὶ εἶχε παρ’ ἑαυτῷ τῶν ἐνιαυτῶν πάντων, ἐν οἷς ἐγὼ ἔπραττον ἐν τῇ ἀνατολῇ· οὐ γὰρ εἶχον ἐκείνου τινὰ πιστότερον ἢ ποθεινότατον καὶ τῶν ὑπὲρ τῆς ψυχῆς μου φροντίζοντα, οὔτε δ’ αὖ πάλιν αὐτός τινα εἶχεν ὑπὲρ ἐμέ. Ἦν δὲ πᾶν τὸ παρ’ αὐτῷ φυλαττόμενον παρακαταθήκης λόγῳ καὶ αἱ τῶν κτημάτων μου πρόσοδοι παλαιὸν λογάριον, ῥωμανᾶτον, τραχὺ μονομαχᾶτον, δουκᾶτόν τε καὶ σκηπτρᾶτον, πρὸς δὲ καὶ μιχαηλᾶτον· ἐξ ὧν μετὰ τὴν τελευτὴν τοῦ αὐταδέλφου μου ἀπὸ τῆς ἀνατολῆς ἐνταῦθα παραγενόμενος, εὗρον οὐδὲν ἐκ πάντων τὸ σύνολον, ὡς οὐδὲ ἐκ τῶν ἐκείνου πραγμάτων τίποτε, ἅτινα δὲ ἐτυπώθησαν παρ’ αὐτοῦ διανεμηθῆναι ὑπὲρ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ.

Πηγή:
Gautier, Typikon de Pakourianos, 41.367-386.
Βιβλιογραφία:
Ostrogorsky, Aristocracy, 30-31· Oikonomidès, Fiscalité, 190-192· Oikonomides, Title and income, 212-213· Kaplan, Les hommes et la terre, 337-338· Cheynet, Aristocratie, 312, 315· Ράγια, Κρατικός παράγοντας, 286-287· Hendy, Studies, 212-216.
Σχολιασμός:
Το κείμενο προέρχεται από το Τυπικό της μονής Θεοτόκου Πετριτζιώτισσας που ίδρυσε ο Γρηγόριος Πακουριανός, στρατηγός (δούκας) στην υπηρεσία του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού. Προερχόμενοι από την Ιβηρία (σημ. Γεωργία) οι Πακουριανοί ήταν μία πλούσια οικογένεια που προσέφερε τις υπηρεσίες της έναντι αδράς αμοιβής επί Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα και επί Αλεξίου Α΄ Κομνηνού. Κύριο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου αποσπάσματος είναι η επιμονή στα μεγάλα χρηματικά ποσά που βρίσκονταν στη διάθεση τόσο του ίδιου του Γρηγορίου, όσο και του αδελφού του, Απασίου. Ο Γρηγόριος σε αυτό εμπλέκει την αφήγηση για την δική του περιουσία με την περιουσία του αδελφού του, η διανομή της οποίας ορίστηκε σε διαθήκη του (ἐτύπωσεν), η οποία επίσης προέβλεπε τη διανομή χρημάτων στους πτωχούς (ὑπὲρ ψυχικῆς αὐτοῦ σωτηρίας). Απαριθμείται ο πλούτος των δύο αδελφών κατά είδος (κτήματα, χρήματα, πολύτιμα σκεύη, ενδύματα, διάφορα είδη και ζώα - πρὸς δὲ καὶ τετραπόδων), διατύπωση που ακολουθεί τα πατερικά πρότυπα. Η αφθονία θεμελιώνει τον πλούτο (πλούσιος ἦν καὶ παντοίων εἰδῶν ἀδιάλειπτος). Για το διάστημα της απουσίας του στην Ανατολή πάντως ο Γρηγόριος άφησε την διοίκηση των κτημάτων του στον αδελφό του, περιορίζοντας έτσι την εκμετάλλευσή τους εντός της οικογένειάς του. Τα χρηματικά αποθέματα που ο Γρηγόριος είχε εμπιστευτεί στον αδελφό του αποτελούνταν από νομίσματα διαφορετικής περιεκτικότητας σε χρυσό, από την εποχή του αυτοκράτορα Ρωμανού Γ΄ Αργυρού ως την βασιλεία του Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα (1028-1078). Η επιμονή σε αυτά οφείλεται στην προέλευσή τους, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, από την προνομιακή παραχώρηση λογισίμων, δηλαδή συλλογής φόρων από συγκεκριμένες εκτάσεις γης. Η μαρτυρία εντάσσεται στο πλαίσιο της γενικότερης τάσης των πηγών του 11ου αι. να απαριθμούν συχνά με μεγάλη ακρίβεια τα χρηματικά αποθέματα και τα διαφορετικά νομίσματα από τα οποία απαρτίζονταν (τα πολυτιμότερα, όπως τα «ῥωμανᾶτα», αποθησαυρίζονταν συχνά), γεγονός που υποδηλώνει τόσο τον αυξημένο όγκο νομίσματος που ετίθετο σε κυκλοφορία τον 11ο αι., όσο και την τάση αποταμίευσης εξαιτίας της υποτίμησης αλλά και τον πλουτισμό των ατόμων εξαιτίας των οικονομικών μέτρων και των προνομιακών παραχωρήσεων των εκάστοτε κυβερνήσεων. Ο Γρηγόριος Πακουριανός δεν αποκαλύπτει το μέγεθος των χρηματικών του αποθεμάτων, αλλά σύμφωνα με την αφήγησή του, τόσο τα δικά του, όσο και τα χρήματα του αδελφού του, είχαν εξαφανιστεί όταν επέστρεψε από την Ανατολή, χωρίς να δίνει γι’ αυτό κάποια εξήγηση. Το γεγονός αποδίδεται γενικά στις αναστατώσεις που σημειώθηκαν στις βαλκανικές επαρχίες της αυτοκρατορίας περίπου από το 1075 και εξής.