Αφιέρωση του αγίου Αλυπίου στην εκκλησία

Χρονολογία: 6ος αι., β΄ ήμισυ

Τοιγάρτοι τοῦ παιδὸς ἤδη τὴν μητρικὴν ὑπεριδόντος θηλήν, θνήσκει μὲν ἅτερος αὐτῷ τῶν γονέων· μόνη δὲ ἡ μήτηρ ὑπολειφθεῖσα καὶ μᾶλλον γυνὴ φρονήσασα, πρὸς δὲ καὶ ἀγαθῶν ἐλπίδων ἐπὶ τῷ παιδὶ ταῖς προφανεῖσαις ὄψεσι πληρουμένη, ἀραμένη τοῦτον εἰς τὸν ναὸν ἄπεισι τῷ ἱερῷ τε προσάγει θυσιαστηρίῳ καὶ εἰς χεῖρας τῷ τηνικαῦτα ἀρχιερεῖ -Θεόδωρος αὐτῷ ὄνομα- παρατίθησιν· ὃς ἀγαθῷ παιδὶ ἀγαθὸς πατὴρ πνευματικὸς γίνεται καὶ μετὰ τὴν τοῦ μητρικοῦ γάλακτος ἀποχὴν γάλα ποτίζει πνευματικὸν, τὰ ἱερὰ διδάσκων λόγια καὶ πρὸς τὴν τῶν γραμμάτων προπαιδείαν ἐκπονούμενος·

Πηγή:
Βίος Αλυπίου ΙΙ, 171.21-30.
Βιβλιογραφία:
Høgel, Symeon, 28-29· Jones, LRE, 1006-1007· Vuolanto, Family relations, 61-63· Vasileiou, The death of the father, 80.
Σχολιασμός:
Ο Βίος του αγίου Αλυπίου του Στυλίτη έτυχε σημαντικής επεξεργασίας από τον Συμεών τον Μεταφραστή (10ος αι), ο οποίος επιμελήθηκε τα πρότυπα που αναπαράγει ο Βίος του 7ου αι., απηχώντας τη μεσοβυζαντινή εκδοχή τους. Η αφιέρωση παιδιού ήδη από τη νηπιακή ηλικία στην Εκκλησία δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο στο Βυζάντιο. Μολονότι υπάρχει η υπόνοια ότι αυτό διασφάλιζε έναν τρόπο διαβίωσης για την οικογένεια, ιδιαίτερα μετά την αποβίωση του πατέρα, εφόσον το παιδί ακολουθούσε εκκλησιαστική σταδιοδρομία, τα περισσότερα κείμενα αρνούνται αυτό το στοιχείο και αποδίδουν την αφιέρωση σε προμηνύματα περί της μελλοντικής αγιοσύνης του παιδιού. Στην πραγματικότητα πολλά από τα αγιολογικά κείμενα δεν αποκρύπτουν την καλή οικονομική κατάσταση της οικογένειας, ανεξαιρέτως του θανάτου του πατέρα-προστάτη. Στο συγκεκριμένο κείμενο ωστόσο, που έχει υποστεί την επεξεργασία του Συμεών του Μεταφραστή (10ος αι.), η οικονομική κατάσταση της οικογένειας του αγίου Αλυπίου του Στυλίτη δεν αποτελεί αντικείμενο αναφοράς. Αντιθέτως, η ευσέβεια της μητέρας και του νηπίου Αλυπίου εξαίρεται ως μέγιστο ιδανικό από την αρχή του κειμένου. Η μόρφωση του παιδιού υπό την ευθύνη της εκκλησίας (στο παράδειγμα της Αδριανουπόλεως Παφλαγονίας) αποτελούσε μέρος της πραγματικότητας του μέσου Βυζαντίου. Το πρότυπο αυτό υπάρχει και στο αρχικό κείμενο του 7ου αι., γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό, εφόσον επιβεβαιώνει ότι την παροχή ενός αγαθού της πρωτοβυζαντινής εποχής, που αναλάμβαναν συνήθως οι πόλεις, της εκπαίδευσης, είχαν αναλάβει πια οι τοπικές εκκλησίες. Δεν είναι σαφές αν για την εκκλησία εργάζονταν διδάσκαλοι, ή αν κληρικοί είχαν αναλάβει την διδασκαλία τον 6ο αι.