Επιβολή ελέγχου στην οικονομική επιβάρυνση πόλεων από τους λογοθέτες

Χρονολογία: 6ος αι., 535

Ἐπειδὴ δὲ ᾠήθημεν χρῆναι διὰ τὴν τῶν τοιαῦτα ἐγχειριζομένων ἀπληστίαν τύπῳ γενικῷ τὸ πᾶν θεραπεῦσαι, θεσπίζομεν, εἴ τις γένηται κατὰ τὴν χώραν προφάσει τοιαύτης τινὸς ζητήσεως ἢ ἐπὶ τῆς Ἑλλησποντίων ἢ ἐφ’ ἑτέρας οἱασδήποτε χώρας, εἰ μὲν ἀρχικὴν ἔχοι πρόσταξιν, μηδένα παντελῶς αὐτῷ προσέχειν, ἀλλ’ ἀκινδύνως ἀποσείεσθαι τὸν ἐκβιασμὸν τὸν παρ’ αὐτοῦ, εἰ δὲ μετὰ θείου καὶ πραγματικοῦ γένηται τύπου, εἰ μὲν κομμονιτόριον εἴη τὸ δεικνύμενον ἢ γράμματα περὶ τούτου γενόμενα, μηδὲ τούτοις προσέχειν, οἷα κατὰ συναρπαγὴν καὶ παρὰ γνώμην ἡμετέραν προελθοῦσιν· εἰ δὲ πραγματικὸς εἴη τὸ δεικνύμενον τύπος, μηδὲ οὕτως ἐξ αὐτοῦ τι πράττεσθαι προχείρως, τὸν δὲ τοιοῦτον πραγματικὸν τύπον λαμβάνειν καὶ μηνύειν τὸν τῆς ἐπαρχίας ἡγούμενον εἰς ἡμᾶς τὰ περὶ τούτου καὶ ἀναμένειν ἡμῶν δευτέραν κέλευσιν· ὥστε εἰ μὲν ἐπιγνοίημεν αὐτὸν καὶ τὸν έγχειρισθέντα τὸν τοιοῦτον τύπον, δεύτερον ἡμῶν γίνεσθαι πραγματικὸν τύπον ἐπιτρέποντα γενέσθαι τὴν ζήτησιν, εἰ δὲ ἀποδοκιμάσαιμεν ἢ τὸ πρᾶγμα ἢ τὸ πρόσωπον, μηδὲν ἐντεῦθεν γίνεσθαι, ἀλλ’ ἀναπέμπεσθαι τὸν θεῖον τύπον παρὰ τοῦ τῆς ἐπαρχίας ἄρχοντος γινώσκοντος, ὡς εἰ ῥαθυμήσειε τούτου καί τις ἐπιστῇ τοῖς ὑπηκόοις τοῖς ἡμετέροις ἐντεῦθεν ζημία, ταύτην αὐτὸς οἴκοθεν ἐπιγνώσεται.
Ἄδειαν δὲ δίδωμεν καὶ τοῖς ἐπισκόποις, εἰ ῥαθυμήσειεν ὁ τῆς ἐπαρχίας ἡγούμενος καὶ μὴ τὸν πραγματικὸν ἐπισχοίη τύπον, ἀλλ’ ἐνδοίη τῷ τοῦτον μεταχειριζομένῳ, αὐτοὺς ταῦτα μηνύειν εἰς ἡμᾶς, οἵ εἴ γε ταῦτα μάθοιμεν, ὡς κοινωνὸν τῆς αἰτίας καταστάντα καὶ τῆς ἀρχῆς παραλύσομεν καὶ τῆς ζώνης αὐτὸν καὶ τῆς οὐσίας στερήσομεν, καὶ τοῖς καθ’ οἱανοῦν ἠδικημένοις αἰτίαν τὸ ἀβλαβὲς περιποιήσομεν.

Πηγή:
CIC III, εδ. 12, 779.9-24.
Βιβλιογραφία:
Feissel, Mandement imperial, 407-410· Jones, LRE, 285, 759.
Σχολιασμός:
Με αφορμή ένα περιστατικό που σημειώθηκε το 535 και αφορούσε την έκτακτη φορολόγηση της επαρχίας Ελλησπόντου και την θεωρητική «ἀπληστίαν» των ανθρώπων που εξέδιδαν τέτοιες διαταγές, ο Ιουστινιανός Α΄ με έδικτό του επιχείρισε να ρυθμίσει την εκτέλεση εντολών που έρχονταν από το κέντρο και δεν αφορούσαν τακτικούς φόρους. Είναι πιθανόν ότι οι έκτακτες επιβαρύνσεις αφορούσαν είτε δικαιώματα αξιωματούχων (πιθανώς των λογοθετών) είτε τα λεγόμενα sordida munera, έκτακτες εισφορές για την συμπλήρωση της αννόνας (του βασικού έγγειου φόρου της πρωτοβυζαντινής εποχής). Το έδικτον σχετίζεται με τη Νεαρά αρ. 17 του Ιουστινιανού Α΄, όπου οι διοικητές των επαρχιών επιφορτίζονται με την διασταύρωση των διαταγών που έρχονται από την Κωνσταντινούπολη για την συλλογή των φόρων. Το κείμενο έχει αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον για την διοικητική πράξη της εποχής, εφόσον επικαλείται την άγνοια του αυτοκράτορα για τις αποφάσεις των αξιωματούχων της οικονομικής δοίκησης. Ο «θεῖος καὶ πραγματικὸς τύπος» ήταν το πιο επίσημο κείμενο που απολυόταν από την αυτοκρατορική γραμματεία, και το έδικτο διακηρύσσει ότι μόνο αυτό είναι έγκυρο. Οι αποφάσεις και τα διοικητικά έγγραφα των αξιωματούχων (ἀρχικὴ πρόσταξις) δεν έχουν καμία ισχύ για την επιβολή φόρων, όπως επίσης και τα «κομμονιτόρια» (εντολές, οδηγίες) ή τα «γράμματα» που αναφέρονται στους πραγματικούς τύπους. Ο αυτοκράτορας επισημαίνει πως ενδέχεται η αποστολή τέτοιων διαταγών να έγινε λόγω έλειψης προσοχής, αλλά πάντως χωρίς την απόφαση του αυτοκράτορα (κατὰ συναρπαγὴν καὶ παρὰ γνώμην). Εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον έχει η επιφύλαξη του Ιουστινιανού Α΄ για τα πρόσωπα που εμπλέκονται σε μία τέτοια «έκτακτη» εντολή. Εφόσον ο ίδιος ο αυτοκράτορας δεν είχε ενημέρωση, δεν εμπιστευόταν εξίσου τα πρόσωπα που τις εκτελούσαν (εἰ μὲν ἐπιγνοίημεν αὐτὸν καὶ τὸν έγχειρισθέντα). Σε αυτό το πλαίσιο τα εμπλεκόμενα στην εκτέλεση της εντολής πρόσωπα μπορεί να είχαν, ή και να μην είχαν επίσημη σχέση εξάρτησης από το κράτος, να ήταν δηλαδή κρατικοί υπάλληλοι ή όχι, με άλλα λόγια είναι πιθανόν ότι επρόκειτο για «ανθρώπους» των αξιωματούχων, ενώ η παρανομία και εξαπάτηση με σκοπό την απόσπαση χρημάτων δεν αποκλείεται. Ο Ιουστινιανός Α΄ πάντως θεωρούσε πως οι υπηρεσίες και οι αξιωματούχοι είχαν τα μέσα και τον τρόπο να «πείσουν» τον εκάστοτε κυβερνήτη της επαρχίας να ενδώσει στις απαιτήσεις του εκάστοτε ανθρώπου που εμφανιζόταν ως αντιπρόσωπος αξιωματούχου (ἐνδοίη τῷ μεταχειριζομένῳ). Ο Ιουστινιανός Α΄ επισημαίνει στη συνέχεια ότι οι κυβερνήτες των επαρχιών ήταν οι κατεξοχήν αρμόδιοι για τον έλεγχο και την εφαρμογή των αποφάσεων αυτών, οι οποίες θα έπρεπε να κοινοποιούνται με «θείο και πραγματικό τύπο», δηλαδή με επίσημο αυτοκρατορικό έγγραφο, γεγονός που ενισχύει τον ρόλο της κεντρικής εξουσίας στην διαδικασία της αμοιβής των λογοθετών. Σε αυτή την περίπτωση ακόμα θα έπρεπε η πληροφορία να διασταυρωθεί και να περιμένουν μία ακόμη επιβεβαίωση από την Κωνσταντινούπολη. Οι επίσκοποι τέθηκαν ως εγγυητές της τήρησης της νομιμότητας και επιφορτίστηκαν ακόμα και με την καταγγελία των κυβερνητών σε περίπτωση αθέτησης των καθηκόντων τους, ενώ σε περίπτωση αθέτησης της συγκεκριμένης οδηγίας οι κυβερνήτες διακινδύνευαν να αποζημιώσουν οι ίδιοι τους υπηκόους, αλλά και να χάσουν το αξίωμά τους (ζώνη), την εξουσία (ἀρχή), και την περιουσία τους (οὐσία). Ο επίσκοπος πάντως σε καμία περίπτωση δεν αντικαθιστά την εξουσία του ίδιου του κυβερνήτη της επαρχίας, ούτε ασκεί πολιτικές εξουσίες.