Κοινωνική διαφοροποίηση τον 7ο αιώνα

Χρονολογία: 7ος αι., 649

Τῶν ταῦτα παραβαίνειν τολμώντων προηγουμένως μὲν ὑποκειμένων τῷ κρίματι τοῦ φοβεροῦ καὶ παντοδυνάμου θεοῦ, ἔπειτα δὲ καὶ οὐ τὴν τυχοῦσαν ὑφορωμένων βασιλικὴν ἀγανάκτησιν, δι’ ἧς, εἰ μὲν ἐπίσκοποι ἢ κληρικοὶ εἶεν, τῆς ἰδίας ἱερωσύνης τοῦ τε οἰκείου κλήρου τρόποις ἅπασιν ἐκπεσοῦνται, εἰ δὲ μοναχοὶ εἶεν, ἀφοριζέσθωσαν καὶ τῶν ἰδίων ἀλλοτριούσθωσαν τόπων, εἰ δὲ ἀξίαν ἢ ζώνην ἢ στρατείαν ἔχοιεν, γυμνωθήσονται τούτων· εἰ δὲ τελοῦντες ἐν ἰδιώταις, εἰ μὲν τῶν ἐπισήμων ὄντες τυγχάνοιεν, τὴν τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῖς ὑποστήσονται δήμευσιν· εἰ δὲ τῶν ἀφανῶν καθεστήκοιεν, πρὸς τῷ τοῦ σώματος αὐτῶν αἰκισμῷ καὶ ἐξορίᾳ διηνεκεῖ σωφρονισθήσονται, ὡσὰν ἅπαντες φόβῳ τῷ πρὸς θεὸν συνεχόμενοι καὶ τὰς ἠπειλημένας αὐτοῖς ἀξίως ποινὰς εὐλαβούμενοι, ἄσειστόν τε καὶ ἀτάραχον τὴν εἰρήνην τῶν ἁγίων τοῦ θεοῦ φυλάξωσιν ἐκκλησιῶν.

Πηγή:
ACO s. II, Ι, 210.6-15.
Βιβλιογραφία:
Yannopoulos, Société profane, 30-31.
Σχολιασμός:
Το κείμενο αποτελεί αναγγελία των ποινών που ανέμεναν όσους παρεξέκκλιναν από το επίσημο δόγμα της Εκκλησίας και βρίσκεται σε επίσημο κείμενο της συνόδου του Λατερανού που χρονολογείται στο 649. Η σύνοδος διέκρινε τρεις βασικές κατηγορίες ανθρώπων για την απονομή των ποινών, τον κλήρο και τους μοναχούς, αυτούς που βρίσκονται σε μία μόνιμη σχέση με το κράτος, και τους υπόλοιπους. Ο κλήρος σε όλες τις βαθμίδες, κατώτερες και ανώτερες, αντιμετωπίζεται πρώτος. Αξιοσημείωτο είναι ότι η θέση κάθε κληρικού (ενορία, επισκοπή, μητρόπολη), χαρακτηρίζεται ως «οἰκεῖος κλῆρος», επειδή ο ιερεύς βρίσκεται στην ενορία του εφ’ όρου ζωής. Με τον ίδιο τρόπο οι μοναχοί, οι οποίοι έπρεπε να συνδέονται με ένα μοναστήρι, εξορίζονταν από τον τόπο τους (τῶν ἰδίων ἀλλοτριούσθωσαν τόπων) και επιπλέον υπέκειντο σε ποινή αφορισμού στην περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι οι πεποιθήσεις τους ήταν αιρετικές. Το κείμενο περνά στη συνέχεια στους μη εκκλησιαστικούς. Οι υπηρετούντες το κράτος εμπίπτουν σε τρεις υποκατηγορίες, αλλά η έννοια αυτών των όρων ποικίλλει. Έτσι, η «ἀξία» μπορεί να μεταφραστεί ως τίτλος ή αξίωμα, η «ζώνη» ως αξίωμα ή τίτλος αλλά επίσης και ως στρατιωτική υπηρεσία, και η «στρατεία» ως στρατιωτική υπηρεσία αλλά και ως παροχή γενικής υπηρεσίας στο κράτος. Οι όροι λοιπόν είναι περιεκτικοί και περιλαμβάνουν δυνητικά μεγάλες κοινωνικές ομάδες. Η υπηρεσία ή η οποιαδήποτε σχέση με το κράτος αποτελεί ένα σύστημα προνομίων το οποίο δίνει συγκεκριμένη και ανώτερη θέση στα άτομα. Αφαιρώντας λοιπόν την αξία, ζώνη ή στρατεία ως ποινή, υποβαθμίζεται κοινωνικά το άτομο. Ο υποβιβασμός αυτού του είδους συνεπάγεται την αυτόματη αλλαγή και του «σχήματος». Οι «τελοῦντες ἐν ἰδιώταις» χωρίζονται στους «ἐπίσημους» και τους «ἀφανεῖς». Για τους συντάκτες του κειμένου επίσημοι είναι αυτοί οι οποίοι έχουν στη διάθεσή τους περιουσιακά στοιχεία, τα οποία κατάσχονται. Το ύψος της περιουσίας δεν διευκρινίζεται, συνεπώς μπορούν εδώ να κατηγοριοποιηθούν και αυτοί των οποίων η οικονομική δυνατότητα ήταν μεγάλη, μεσαία ή και περιορισμένη. Σε αντίθεση με αυτούς, οι αφανείς ιδιώτες που ακολουθούν δεν διακρίνονται για κανένα κοινωνικό ή οικονομικό λόγο, και πιθανώς πρόκειται για άτομα που δεν διαθέτουν μόνιμη κατοικία ή επάγγελμα. Σύμφωνα με τη ρωμαϊκή νομοθεσία υφίστανται σωματικές ποινές και εξορία για τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.