Ο αυτοκράτορας περικόπτει τον φόρο των κατοίκων Μύρων Λυκίας

Χρονολογία: 10ος αι.

‘Ἐπειδή, ἅγιε τοῦ θεοῦ, ἡ παράκλησις τῶν πενήτων ἔπεισε τὴν σὴν τιμιότητα, καταλαβεῖν τὰ ὧδε καὶ ἐπισκέψασθαι τὴν ἡμῶν εὐτέλειαν ὑπὲρ ἐκκοπῆς τοῦ τοιούτου ζητήματος καὶ ἀναψύξεως τῶν ἐν τῇ σῇ ἐπαρχίᾳ οἰκούντων, οὐδὲ ἡμεῖς τοῦτο παρακοῦσαι δυνάμεθα. ἀλλ’ ὅσον καὶ εἴπῃς ὑφεῖλαι ἐξ αὐτοῦ, τοῦτο καὶ γενέσθαι προστάξομαι διὰ τὴν σὴν ἁγιότητα, ὅπως καὶ ὁ θεὸς διὰ τῶν σῶν εὐχῶν καὶ τὴν ἡμῶν βασιλείαν συντηρῇ πρὸς σωτηρίαν καὶ εὐόδωσιν.’ ταῦτα τοῦ βασιλέως εἰπόντος, ὁ ἅγιος πρὸς αὐτὸν ἀπεκρίνατο• ‘Ὅσον κύριος ὁ θεὸς τὴν σὴν βασιλείαν ὁδηγεῖ, τοῦτο καὶ ποίησον.’ τότε κελεύει ὁ βασιλεὺς Θεοδόσιον τὸν πρωτονοτάριον ἐκθέσθαι χάρτην χρυσοβούλλου καὶ ἐντυπῶσαι ἐν αὐτῷ, τοῦ τελεῖν τοὺς ὑπὸ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Μυρέων μητροπόλεως οἰκοῦντας ἐτησίως νομίσματα ἑκατὸν καὶ μόνον, καὶ μὴ ἐπὶ πλεῖον τούτου καθέλκεσθαι τοὺς αὐτούς. ‘τὰ δὲ ἐπίλοιπα, ἃ καὶ ὑπῃτοῦντο οἱ αὐτοί, ἐκκόπτει ἡ βασιλεία ἡμῶν ἀπὸ τοῦ παρόντος διὰ τὴν τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Νικολάου τὴν ὑπὲρ τῶν πενήτων αἴτησιν.’

Πηγή:
Βίος αγίου Νικολάου, Praxis de tributo II, 106.1-8.
Σχολιασμός:
Εφόσον το περιστατικό αυτό αναφέρεται μεταξύ των θαυμάτων του αγίου Νικολάου, είναι αναμενόμενο ότι ο αυτοκράτορας εισακούει την παράκληση του επισκόπου Μύρων και ορίζει ότι ο φόρος της επαρχίας των Μύρων πρέπει να περιοριστεί στα εκατό νομίσματα. Το ποσό είναι συμβολικό· ο αριθμός αυτός αναφέρεται και σε άλλες πηγές της ίδιας περιόδου (9ου-10ου αι.). Η αποδοχή του αιτήματος συνοδεύτηκε από απόλυση χρυσοβούλλου, που περιέχει πάντα προνομιακή παραχώρηση, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορά την παραχώρηση φορολογικής απαλλαγής. Κάποια σύγχυση ωστόσο παρουσιάζεται με την αναφορά του πρωτονοταρίου, αρμοδίου για την συλλογή των φόρων στις μεσοβυζαντινές επαρχίες, αντί του πρωτασηκρήτη, του προσωπικού γραμματέα του αυτοκράτορα που ήταν αρμόδιος για την σύνταξη των χρυσοβούλλων. Και εδώ φαίνεται να προδίδεται το εκκλησιαστικό περιβάλλον δημιουργίας του κειμένου, αφού στις επαρχίες οι νοτάριοι ήταν προσαρτημένοι στις μητροπόλεις και επισκοπές. Η εντύπωση αυτή ενισχύεται εφόσον ο συγγραφέας παρουσιάζει τον αυτοκράτορα ιδιαιτέρως ταπεινό (τὴν ἡμῶν εὐτέλεια) και χρησιμοποιεί ορολογία που απαντά την ίδια εποχή στους καταλόγους πρωτοκαθεδρίας των εκκλησιαστικών εδρών (ὑπὸ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Μυρέων μητροπόλεως).