Κατάργηση του δικαίου της προτίμησης από τον Λέοντα Στ΄

Χρονολογία: Μετά το 894 ως το 912
Κατάργηση του δικαίου της προτίμησης από τον Λέοντα Στ΄
Φοροεισπράκτορας, μικρογραφία χειρογράφου, Γαλάβαρης, Ζωγραφική χειρογράφων, αρ. 150.

Ἔξεστι τῷ κατέχοντι ἀκίνητον διαπιπράσκειν πρὸς ὃν βούλεται πρόσωπον ἀνεπικωλύτως τε καὶ ἀνεπιφωνήτως. Πᾶν γὰρ ἀκίνητον ὑπὸ δημόσιον ὄν ἐκχωρεῖ ἡ βασιλεία μου τῷ τὴν καταβολὴν ποιουμένῳ τῶν δημοσιακῶν βαρῶν ἐξωνεῖσθαι, τῶν γειτνιαζόντων μὴ κωλυόντων τὴν ἐκποίησιν. Εἰ γὰρ ὁ πένης καὶ πτωχὸς καὶ πράγματος μὴ εὐπορῶν βουλόμενος τὸ οἰκεῖον ἐκποιήσασθαι ἀκίνητον, οἱ πλησιάζοντες δὲ ὑπούλως τὰ σήμερον καὶ αὔριον ἐκδεχόμενοι τῷ πτωχῶ καὶ πένητι τὸ οἰκεῖον καταλίποιεν ἀκίνητον, εἰ οὐδὲν ὁ πλησιάζων ἀναλάβηται, πάνυ τῇ βασιλείᾳ μου λογίζεται ἄδικον. Διὸ καὶ διορίζεται πᾶσι τοῖς ἀπόροις καὶ πτωχοῖς τὰ μὴ δυνάμενα κατέχειν ἀκίνητα ἐκποιεῖσθαι ἀποτιμώμενα· καὶ ὁ ἐξωνούμενος καλῶς κατέχειν τὸ ἐξωνηθέν.

Πηγή:
Svoronos, Novelles, αρ. 1.1-12.
Βιβλιογραφία:
Lemerle, Agrarian history, 90-94· Kaplan, Les hommes et la terre, 410-414.
Σχολιασμός:
Η Νεαρά αυτή που απολύθηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄ μεταξύ 894 και 912, ταξινομείται από τους μελετητές ως η πρώτη που αφορά τις αγοραπωλησίες γης του 10ου αι. και ερμηνεύεται ως κατάργηση του δικαίου της προτίμησης, που αφορά τα δικαιώματα αυτών που στο κείμενο αναφέρονται ως «οἱ πλησιάζοντες», δηλαδή τους γείτονες. Ο αυτοκράτορας φαίνεται έτσι να αντιμετωπίζει το πρόβλημα των εγκαταλελειμμένων κτημάτων, αλλά η κίνησή του εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανακατατάξεων των δομών των επαρχιών. Αυτές οι ανακατατάξεις διευκολύνονται με τον συγκεκριμένο νόμο. Οι «γειτνιάζοντες» δεν αποτελούν μία ξεχωριστή κοινωνική ομάδα. Ο όρος είναι νομικός και συνυπάρχει στο κείμενο με άλλους νομικούς όρους (κατέχοντι, πρόσωπον). Ο νόμος στοχεύει τα κτήματα που παρέμεναν ανεκμετάλλευτα ενώ οι γείτονες δεν αναλάμβαναν καμία υποχρέωση είτε προς το δημόσιο (ὑπὸ δημόσιον ὄν) είτε προς τον ιδιοκτήτη (εἰ οὐδὲν ὁ πλησιάζων ἀναλάβηται). Νοείται εδώ έμμεσα η συλλογική ευθύνη καταβολής φόρων των κοινοτήτων χωρίων, ευθύνη η οποία προφανώς επιβάρυνε τους περισσότερο εύπορους ιδιοκτήτες γης των χωρίων, αλλά και η χρήση των εδαφών του δημοσίου από τους περίοικους (π.χ. για νομή ή και για επέκταση καλλιεργειών). Η λογική που υπαγορεύει αυτόν τον νόμο συνάδει με την πρακτική που το βυζαντινό κράτος εφαρμόζει στην περίπτωση της επέκτασης των μεγάλων ιδιοκτητών γης (π.χ. των μοναστηριών και εκκλησιών), η οποία όμως είναι στοχευμένη, δηλαδή αποσκοπεί στην εξεύρεση των εκτάσεων που έχουν καταπατηθεί από τους ιδιοκτήτες αυτούς. Μαρτυρείται στις πηγές ότι αυτή η πρακτική είχε ατονήσει τα προηγούμενα χρόνια με απόφαση του Βασιλείου Α΄. Στο νόμο λοιπόν του Λέοντα Στ΄ η στόχευση είναι διαφορετική, αποσκοπεί δηλαδή ο νόμος στην διευκόλυνση των «προσώπων» να αποκτήσουν γαίες, οι οποίες ανήκαν είτε στο δημόσιο είτε σε πένητες και πτωχούς, για τις οποίες ήταν ήδη, προφανώς λόγω της ευθύνης της συλλογικής καταβολής των φόρων, ή θα γίνονταν στη συνέχεια, φορολογικά υπεύθυνοι (τῷ τὴν καταβολὴν ποιουμένῳ τῶν δημοσιακῶν βαρῶν). Έτσι, στην πράξη φαίνεται ότι το κράτος αναγνώριζε αυτή την εποχή την αδυναμία του να θέσει υπό εκμετάλλευση τις εγκαταλελειμμένες ή ανεκμετάλλευτες γαίες και να αντλήσει έσοδα από αυτές. Το μέτρο αυτό απηχεί τις αντιλήψεις της εποχής περί του δικαιώματος των πενήτων να εκποιούν τα ακίνητά τους προκειμένου να έχουν από την εκποίηση κάποια πραγματική χρηματική ωφέλεια (τὰ … ἀκίνητα ἐκποιεῖσθαι ἀποτιμώμενα), ωστόσο αναμφίβολα τη μεγαλύτερη ωφέλεια είχαν όσοι διέθεταν ήδη τα χρηματικά αποθέματα για να προβούν στις αγορές, οι οποίοι αύξαναν τις ιδιοκτησίες τους χωρίς πλέον να φοβούνται τις ενστάσεις των γειτόνων (ἀνεπικωλύτως, ἀνεπιφωνήτως). Οι «πένητες», οι «πτωχοί» και οι «ἄποροι» είναι στο κείμενο μία όμοια κατηγορία, η οποία κάπως υπερβολικά χαρακτηρίζεται ως «πράγματος μὴ εὐπορῶν». Το κείμενο με σαφήνεια αποκαλύπτει ότι η δυνατότητα εκμετάλλευσης της γης δεν είναι αυτονόητη, και μολονότι δεν αναφέρεται στις προϋποθέσεις γι’ αυτή, υπονοείται ότι η οικονομική δυσπραγία επέφερε την αδυναμία του απόρου ή πτωχού να καλλιεργήσει σωστά τη γη του (τὰ μὴ δυνάμενα κατέχειν ἀκίνητα) – συνδεόμενη πιθανώς με την κατοχή εργαλείων, καματηρών ζώων ή εργατικού δυναμικού, αλλά και με την μειωμένη ικανότητά του να ανταπεξέλθει σε χρονιές με κακή σοδειά.