Ο Ιουστινιανός Α΄ απαγορεύει τη δωροδοκία για την ανάληψη αξιωμάτων

Χρονολογία: 6ος αι., 535

Διὰ πάσης γὰρ ἐρεύνης καὶ ζητήσεως ἀκριβοῦς ἐρχόμεθα, πράττειν ἐκεῖνα ζητοῦντες, ἅπερ ὄφελος τοῖς ἡμετέροις ὑπηκόοις εἰσάγοντα παντὸς αὐτοῦς ἀπαλλάξει βάρους καὶ πάσης ζημίας ἔξωθεν ἐπεισαγομένης παρὰ τὴν δημοσίαν ἀπογραφὴν καὶ τὴν δικαίαν τε καὶ νενομισμένην συντέλειαν. Εὑρίσκομεν γὰρ πολλὴν ἐπεισελθοῦσαν τοῖς πράγμασιν ἀδικίαν, καὶ ταύτην οὐκ ἄνωθεν, ἀλλ’ ἔκτινων χρόνων, βιασαμένην τοὺς ἡμετέρους ὑπηκόους καὶ εἰς πενίαν ἐλαύνουσαν, ὡς εἰς τελειοτάτην αὐτοὺς ἀπορίαν κινδυνεύειν ἐλθεῖν καὶ μηδὲ τὰ συνήθη καὶ νενομισμένα τῶν δημοσίων καὶ ταῖς ἀληθείαις εὐσεβῶν φόρων κατὰ τὴν δημοσίαν ἀπογραφὴν δύνασθαι χωρὶς μεγάλης ἀνάγκης τιθέναι. Πῶς γὰρ ἂν ἴσχυον οἱ συντελεῖς, τῶν τε ἔκ τινος χρόνου βεβασιλευκότων ἀεί τι κερδαίνειν ἐκ τῆς ἐπὶ ταῖς ἀρχαῖς προαγωγῆς βουλομένων, εἰκότως τε τούτοις ἀκολουθούντων καὶ τῶν ἐνδοξοτάτων ὑπάρχων, ἔκ τε τῆς ἐντεῦθεν ἀδικίας ταῖς τε ἔξωθεν ζημίαις ταῖς τε νενομισμέναις εὐσεβέσιν ἐπαρκεῖν εἰσφοραῖς; Ἔννοια τοίνυν ἡμῖν γέγονε, τί ποτε ἂν πράξαντες ἅπαν, ὅσον ἐν ταῖς ἡμετέραις ἐπαρχίαις ἐστίν ἐπιβλαβές, πράξει μιᾷ κοινῇ πρὸς τὰ κρείττω μεταστήσαιμεν. Τοῦτο δὲ πάντως ἀποσοβησόμενον εὑρίσκομεν, εἰ τοὺς ἡγουμένους τῶν ἐθνῶν, ὅσοι τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς τῶν ἐπαρχιῶν ἔχουσιν, καθαραῖς παρασκευάσαιμεν χρῆσθαι ταῖς χερσὶ καὶ παντὸς ἀπέχεσθαι λήμματος, μόνοις ἀρκουμένοις τοῖς παρὰ τοῦ δημοσίου δεδομένοις.

Πηγή:
CIC III, αρ. 8, 64.19-65.11.
Βιβλιογραφία:
Laniado, Recherches, 158-159· Jones, LRE, 391-396.
Σχολιασμός:
Το κείμενο προέρχεται από Νεαρά του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ που καταργεί το suffragium, δηλαδή την εξαγορά εύνοιας από τους ανώτερους και ανώτατους αξιωματούχους προκειμένου για την προαγωγή τους στα αξιώματα (ἐπὶ ταῖς ἀρχαῖς προαγωγῆς). Με το σκεπτικό ότι ιδιαιτέρως οι κυβερνήτες των επαρχιών της αυτοκρατορίας μετακυλούν τα έξοδά τους στους υπηκόους και αυτό επιβαρύνει εξαιρετικά τη φορολόγηση του πληθυσμού, ο Ιουστινιανός Α΄ προβαίνει στην ουσία στην ρύθμιση των χρημάτων που έπρεπε να καταβάλουν οι νέοι αξιωματούχοι σε συγκεκριμένα πρόσωπα σχετικά με τον διορισμό τους. Ο Ιουστινιανός επισημαίνει ότι η πρακτική της δωροδοκίας για την ανάληψη των αξιωμάτων είχε γίνει πηγή κέρδους για το κράτος και για τους επάρχους πραιτορίου, οι οποίοι «εἰκότως» ακολουθούν τους βασιλείς, με αποτέλεσμα οι φορολογούμενοι (συντελεῖς) να μην μπορούν να συμπληρώσουν τα χρήματα για την καταβολή των φόρων (ἐπαρκεῖν εἰσφοραῖς). Από την σημείωση αυτή είναι προφανές ότι τουλάχιστον ένα μέρος από τα χρήματα της εξαγοράς κατέληγε στο βασιλικό ταμείο, πρακτική που φαίνεται ότι ακολουθούνταν συστηματικά από τους αυτοκράτορες, τουλάχιστον σε συγκεκριμένες εποχές. Ενδιαφέρον έχει στο κείμενο η διάκριση μεταξύ πενίας και «τελειοτάτης ἀπορίας», η οποία για το κράτος ορίζεται ως ολική αδυναμία καταβολής των φόρων (τὰ συνήθη νενομισμένα τῶν δημοσίων). Η Νεαρά στόχευε ιδιαιτέρως τους κυβερνήτες των επαρχιών, οι οποίοι εδώ ονομάζονται «ἡγούμενοι τῶν ἐθνῶν» και έχοντες «τὰς πολιτικὰς ἀρχάς», οι οποίοι έπρεπε στο εξής να έχουν «καθαραῖς ταῖς χερσὶ» και να απέχουν από οποιαδήποτε δωροληψία (παντὸς λήμματος). Η λεπτομέρεια αυτή δεν αφορά την δωροδοκία για την ανάληψη του αξιώματος, αλλά δίνει μία πληροφορία για τις μεθόδους με τις οποίες οι κυβερνήτες προσπαθούσαν να αναπληρώσουν τις χρηματικές τους απώλειες, εκδίδοντας στις επαρχίες τους αποφάσεις έναντι του μεγαλύτερου αντιτίμου.