Ο μεγάλος λιμός του 10ου αι.

Χρονολογία: 927/8

Εἰκάδι δὲ πέμπτῃ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς χειμὼν ἀφόρητος γέγονεν, ὥστε κρυσταλλωθῆναι τὴν γῆν ἐπὶ ἡμέρας ρκ΄. ὅθεν καὶ γέγονεν ὁ μέγας λιμός, τοὺς πώποτε γενομένους ὑπερβαλλόμενος, καὶ θάνατος ἐκ τούτου πολύς, ὡς μὴ δύνασθαι τοὺς ζῶντας ἐκκομίζειν τοὺς τεθνεῶτας. ὁ δὲ βασιλεὺς Ῥωμανὸς τὴν ἀφόρητον ἐκείνην βίαν κατανοήσας ἀξίαν τῆς ἑαυτοῦ συμπαθοῦς καὶ ἐλεήμονος φύσεως πρόνοιαν ἐποιήσατο, πολλαῖς ἐλεημοσύναις τὴν ἐκ τοῦ λιμοῦ παραμυθησάμενος ἔνδειαν· ἀνέφραξέν τε θυρίσι καὶ σανιδώμασι τὰς τῶν ἐμβόλων στοάς, ὡς μὴ τὴν χιόνα καὶ τὸ ψῦχος ἐκεῖθεν ἐπεισιέναι τοῖς πένησι. τότε καὶ τὰς λεγομένας ἄρκλας ἐν πᾶσι κατεσκεύασε τοῖς ἐμβόλοις, ἀργύριά τε κατὰ μῆνα τοῖς ἐν ταύταις κατακειμένοις πένησι δίδοσθαι διετάξατο καὶ τὰ μηνιαῖα τριμίσια ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τοῖς πένησι διανέμεσθαι, ὡς εἶναι τὰ διδόμενα τοῖς τε ἐν ταῖς ἄρκλαις πτωχοῖς καὶ τοῖς ἐν ταῖς ἐκκλησίαις ἀργύρου ἐγκεχαραγμένου χιλιάδας δώδεκα. οὐ μόνον δὲ ταῦτα ἡ συμπαθὴς αὐτοῦ ψυχὴ διετύπωσεν τῶν πενήτων προνοουμένη, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἡμέραν αὐτῷ τρεῖς συνεσθίειν πένητας διετάξατο, οἳ ἀνὰ ἓν ἐλάμβανον νόμισμα. τετράδι δὲ καὶ παρασκευῇ τρεῖς πένητες μοναχοὶ τούτῳ συνήσθιον, τὸ τετυπωμένον ἕκαστοι λαμβάνοντες νόμισμα.

Πηγή:
Θεοφάνη Συνεχιστές, 417.15-418.11.
Βιβλιογραφία:
Morris, The powerful and the poor, 17-18.
Σχολιασμός:
Ο μεγάλος λιμός του 10ου αι. ξέσπασε συνεπεία του χειμώνα του έτους 927/8. Η σύντομη περιγραφή είναι σαφώς επηρεασμένη από αρχαιοελληνικά πρότυπα και κάνει λόγο για τη μεταφορά των νεκρών από τους εναπομείναντες ζωντανούς. Αυτό, ωστόσο, αρμόζει περισσότερο στην περιγραφή λοιμού, παρά λιμού, ενώ τα συνοδά φαινόμενα μιας τέτοιας κατάστασης, η σπάνις ή και η σκόπιμη απόκρυψη βασικών ειδών διατροφής, με σκοπό την άνοδο της τιμής τους, δεν αναφέρονται καθόλου από τον συγγραφέα. Το κείμενο επιβεβαιώνει την ύπαρξη αστέγων στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι έβρισκαν καταφύγιο κάτω από τις στοές των αγορών. Αυτές τις στοές έφραξε ο Ρωμανός Α΄ με σανίδες, μετατρέποντάς τις σε μικρά δωμάτια (ἄρκλαι). Ο συγγραφέας, που γράφει στην εποχή του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου, επιμένει ιδιαιτέρως στα μέτρα του Ρωμανού Α΄. Κατά το κείμενο οι πτωχοί έλαβαν ελεημοσύνη και ο αυτοκράτορας χρησιμοποίησε τις μονές της Πόλης ως διανομείς των νομισμάτων. Το κείμενο αναφέρει τριμίσια (τη μικρότερη υποδιαίρεση του χρυσού νομίσματος) και ασημένια νομίσματα. Ο αριθμός δώδεκα χιλιάδων ασημένιων νομισμάτων πιθανώς είναι μία υπερβολή με συμβολική σημασία. Το ποσό αυτό θα αντιστοιχούσε σε 3 χιλιάδες χρυσά νομίσματα ή σε 41 λίτρες χρυσού. Η πρόσκληση τριών πενήτων λαϊκών και τριών πενήτων μοναχών σε γεύμα στα ανάκτορα καταγράφεται και σε άλλες πηγές. Δεν είναι γνωστό με ποιο κριτήριο επιλέγονταν οι πένητες που παρακάθονταν στο βασιλικό τραπέζι, οπωσδήποτε όμως η πηγή αφήνει να εννοηθεί ότι προέρχονταν τυχαία από τους άστεγους της Κωνσταντινούπολης. Υπάρχει ένα παράδοξο στην αναφορά των πενήτων μοναχών: σύμφωνα με τη νομοθεσία οι μοναχοί δεν δικαιούνταν να κατέχουν περιουσία, και έπρεπε κανονικά να ζουν εντός των μοναστικών κοινοτήτων. Μολονότι οι σχετικές διατάξεις ήταν αρκετά λεπτομερείς και αυστηρές, δεν εφαρμόστηκαν ποτέ με απόλυτο τρόπο στο Βυζάντιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι «πένητες μοναχοί» αποτελούσαν μέρος της πραγματικότητας των Βυζαντινών, και πολλοί ήταν αυτοί που είχαν αφήσει τα μοναστήρια τους και περιπλανιόνταν στις πόλεις και στις επαρχίες. Ο συγγραφέας μοιάζει να υποστηρίζει ότι οι μοναχοί προσκαλούνταν στο βασιλικό τραπέζι τυχαία μεταξύ αυτών, και όχι μεταξύ των μοναχών των μοναστηριών. Ο χειμώνας του 927/8 και ο λιμός που ακολούθησε συνδέεται στις νομοθετικές και αφηγηματικές πηγές με την απορρόφηση κτημάτων από τους μεγαλογαιοκτήμονες, που πυροδότησε μία σημαντική σειρά νόμων από το έτος 934 μέχρι τα τέλη του 10ου αι.