ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΤΟΜΕΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
Έφη Ράγια

Βυζαντινῶν μέτρον τύχης


Η παρανομία ως επακόλουθο πενίας στο Βίο Αγίου Νικολάου

Χρονολογία: 7ος αι. (;)

Ἀνδρὸς γάρ τινος τῶν εὐπατριδῶν καὶ πλουσίων εἰς ἐσχάτην πενίαν ἐλάσαντος καὶ ταύτῃ τὸ εὐγενὲς ἀπολωλεκέναι δόξαντος, ὁ μέγας οὗτος τῶν καταπονουμένων ἐπίκουρος, σωτὴρ παρ’ ἐλπίδα γενόμενος, ἔλυσεν μὲν αὐτοῦ τὴν τῆς ἀπορίας κατήφειαν, ἐπέσχε δὲ καὶ παρανόμου πράξεως ἄρτι τότε μελετηθείσης αὐτῷ καὶ ὡς εὐλόγου κριθείσης διὰ τὴν τῆς πενίας ἀνάγκην. πῶς δὲ καὶ τίνι τρόπῳ, ἔνθεν ἐρῶ.
Τριῶν θυγατέρων αὐτῷ εὐμόρφων καὶ καλῶν τῷ εἴδει πάνυ γενομένων οὗτος πατὴρ γενόμενος καὶ ἐξ εὐημερίας εἰς ἐσχάτην πτωχείαν καὶ δυστυχίαν ἐληλακώς, ἐβούλετο ταύτας δημοσίᾳ προστῆσαι εἰς πορνείας ἐργαστήριον κἀκεῖθεν τὴν τῆς ζωῆς χρείαν πορίσασθαι ἑαυτῷ τε καὶ τοῖς μετ’ αὐτοῦ. νομίμως γὰρ αὐτὰς ἀγαγέσθαι γυναῖκας διὰ τὸ πένεσθαι οὐδεὶς τῶν περιφανῶν κατεδέχετο. πένησι δὲ ταύτας ἐκδοῦναι ὡς εὐγενὴς ὁ ἄνθρωπος καταιδούμενος, καὶ ὥσπερ κατολιγωρήσας πρὸς θεὸν μᾶλλον πεποιθέναι καὶ αὐτῷ τὴν μέριμναν ἐπιρρίψαι, παρ’ οὗ μάλιστα διατραφήσεσθαι ἤμελλεν, εἰς συνκατάθεσιν ἦλθεν τοῦ ἀτόπου τολμήματος καὶ τὰς ἑαυτοῦ θυγατέρας εἰς τὸ τῆς ἀπωλείας προδοῦναι ἐβουλεύσατο βάραθρον. ……
… γίνεται αὐτοῖς εἰς ἀντίληψιν ἕτοιμος βοηθὸς καὶ ῥύεται αὐτοὺς ἀπαγομένους ἤδη εἰς θάνατον ἀσωτείας καὶ ἀπωλείας ψυχῶν αὐτῶν διὰ τῆς ἐπιδόσεως καὶ πλουσιωτάτης χορηγίας τῶν ἰδίων χρημάτων. Λάθρα γὰρ αὐτῷ τὸ ἀρκοῦν χρυσίον τῷ γάμῳ τῆς πρώτης θυγατρὸς νύκτωρ διὰ τῆς θυρίδος ἐπιρρίψας, οἴκαδε ᾤχετο, δύο τὰ μέγιστα τῷ μὴ γνωσθῆναι παρ’ αὐτοῦ ἢ ἑτέρου τινὸς πραγματευόμενος, τόν τε ἄνδρα τῆς αἰσχύνης ἐλεύθερον καθιστῶν καὶ τὴν ἰδίαν ἐλεημοσύνην μὴ θριαμβεῦσαι καὶ σαλπίσαι κατὰ τὴν δεσποτικὴν φωνὴν πανευλαβῶς ταμιευσάμενος. ἡμέρας δὲ καταλαβούσης, ἀναστὰς ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τῆς κλίνης εὑρίσκει ἐν τῷ μέσῳ τὸν ἀπόδεσμον τοῦ χρυσίου, καὶ χαρᾷ σὺν δάκρυσι ληφθεὶς ηὐχαρίστει τῷ θεῷ μετὰ θάμβους καὶ ἐκπλήξεως, πόθεν ἄρα αὐτῷ τὸ τοιοῦτον συμβέβηκεν ἀγαθὸν καθ’ ἑαυτὸν λογιζόμενος. τοῦτο οὖν τὸ δῶρον ὡς ἀπὸ θεοῦ αὐτοῖς πορισθὲν δεξάμενος ὁ πατὴρ τῶν νεανίδων καὶ ἱκανὴν προικὸς εἰσφορὰν εἶναι ὑπονοήσας, νυμφικὴν παστάδα τῇ πρώτῃ αὐτοῦ θυγατρὶ ἀνυπερθέτως ἐπήξατο.

Πηγή:
Βίος Αγίου Νικολάου, Vita compilata, 221.24-223.2.
Βιβλιογραφία:
Foss, Lycian coast, 24· Høgel, Symeon, 190.
Σχολιασμός:
Το κείμενο έχει υποστεί την επεξεργασία του Συμεών του Μεταφραστή, αν και δεν είναι βέβαιο ως ποιο σημείο έχουν επηρεαστεί τα πρότυπα που αναπαράγει. Ο όρος «εὐπατρίδης» είναι αρχαιοπρεπής και δηλώνει τους αυτόχθονες ευγενείς, η ευγένεια των οποίων συνδέεται με την κατοχή γης, αλλά και με την ίδια την «πόλιν» ως θεσμό. Η ευγένεια λοιπόν και ο πλούτος συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, μάλιστα κατά τρόπο ώστε η απώλεια του δεύτερου επιφέρει ανεπανόρθωτα την απώλεια του πρώτου. Η αντίληψη ότι η πτωχεία ωθεί στην παρανομία είναι ένα πρότυπο που επαναλαμβάνεται σε πολλές πηγές. Ο συγγραφέας για να τονίσει αυτή τη μεγάλη αλλαγή, που συνιστά μία απότομη μεταβολή τύχης, χρησιμοποιεί στην ίδια φράση τα αντιθετικά «εὐημερία» και «πτωχεία καὶ δυστυχία». Στη «δυστυχία» λοιπόν πρέπει να αποδοθεί περιεχόμενο αντίθετο της «εὐτυχίας». Νοείται δηλαδή η απώλεια του πλούτου, η οποία αυτόματα υποβιβάζει κοινωνικά την οικογένεια, και εκδηλώνεται στο γεγονος ότι δεν ήταν δυνατόν να τελεστούν καλοί γάμοι για τις κόρες του με «περιφανεῖς», αφού αυτοί δεν θα δέχονταν τον γάμο με μία πτωχευμένη οικογένεια. Δεν διευκρινίζεται ποιοι είναι οι περιφανείς, κρίνοντας όμως από τα δεδομένα του 10ου αι., κατά τον οποίο επεξεργάστηκε το κείμενο ο Μεταφραστής, είναι πιθανόν ότι νοούνται όσοι έχουν αξίωμα. Έτσι στο χωρίο συνυπάρχουν οι ευπατρίδες, δηλαδή οι αρχαίοι ευγενείς, των οποίων η αρχαιότητα και η ευγένεια νοείται στο πλαίσιο της πόλεως ως θεσμού (συγκεκριμένα των Μύρων Λυκίας), εμπεριέχεται λοιπόν η αυτοχθονία, η καταγωγή από τον συγκεκριμένο τόπο, και οι περιφανείς, οι αξιωματούχοι που συγκεντρώνουν εξουσία στα χέρια τους. Το είδος της «παρανομίας» μπορεί να εξηγηθεί με διττό τρόπο: μολονότι η εκπόρνευση θυγατέρων ή συζύγων είναι ένα από τα ειδεχθέστερα για την βυζαντινή νομοθεσία εγκλήματα, και ο συγγραφέας συγκεκριμένα κάνει λόγο για «πορνείας ἐργαστήριον», στην αφήγηση το συγχέει παρόλα αυτά σκόπιμα με την τέλεση νόμιμου γάμου, εφόσον προϋπόθεση γι’ αυτόν ήταν η υπογραφή προικοσύμφωνου, το οποίο συνεπαγόταν την ύπαρξη έστω και στοιχειώδους περιουσίας. Για τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, η τέλεση γάμου χωρίς συμβόλαιο ουσιαστικά ισοδυναμούσε με παλακεία, παρά το γεγονός ότι ο Ιουστινιανός Α΄ με νόμο του θέσπισε ότι οι γάμοι που τελούνταν απλώς σε μία εκκλησία χωρίς προικοσύμφωνο ήταν επίσης νόμιμοι. Το μέτρο αποσκοπούσε στην προστασία του γάμου για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και προφανώς ο συγγραφέας το γνώριζε, σημειώνοντας απλώς ότι ο ευγενής ντρεπόταν «πένησι δὲ ταύτας ἐκδοῦναι». Η ερμηνεία αυτή αλλά και η σημασία των χρημάτων για την κοινωνική θέση τονίζεται γι’ άλλη μία φορά στο τέλος του κειμένου, όπου διευκρινίζεται ότι η δωρεά του αγίου Νικολάου προορίστηκε για την προίκα της μεγαλύτερης κόρης.