ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΤΟΜΕΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
Έφη Ράγια

Βυζαντινῶν μέτρον τύχης


Ο Πέτρος Βαρσύμης έπαρχος πραιτορίων

Χρονολογία: Μετά το 541/2

Εὗρον δὲ παρὰ δόξαν ἀργυραμοιβόν τινα Πέτρον ὀνόματι, Σύρον γένος, ὅνπερ ἐπίκλησιν Βαρσύμην ἐκάλουν• ὃς πάλαι μὲν ἐπὶ τῆς τοῦ χαλκοῦ τραπέζης καθήμενος κέρδη αἰσχρότατα ἐκ ταύτης δὴ ἐπορίζετο τῆς ἐργασίας, τὴν περὶ τοὺς ὀβολοὺς κλοπὴν εὖ μάλα τεχνάζων καὶ τοὺς αὐτῷ ξυμβάλλοντας ἀεὶ τῷ τῶν δακτύλων τάχει ἐκκρούων. δεξιὸς γὰρ ἦν κλέψαι μὲν τὰ τῶν αὐτῷ περιπεπτωκότων ἀνέδην, ἁλοὺς δὲ ὀμόσαι καὶ τῶν χειρῶν τὸ ἁμάρτημα τῷ τῆς γλώττης περικαλύψαι θράσει. ἐν δὲ τοῖς τῶν ὑπάρχων στρατιώταις καταλεχθεὶς ἐς τοσοῦτον ἀτοπίας ἐλήλακεν ὥστε Θεοδώρᾳ ἀρέσκειν τε ἐν τοῖς μάλιστα καὶ ἐς τῶν ἀδίκων αὐτῇ βουλημάτων ῥᾷστα ὑπουργεῖν τὰ ἀμήχανα. διὸ δὴ Θεόδοτον μὲν, ὅνπερ μετὰ τὸν Καππαδόκην καταστησάμενοι ἔτυχον, τῆς τιμῆς αὐτίκα παρέλυσαν, Πέτρον δὲ ταύτῃ ἐπέστησαν, ὅσπερ αὐτοῖν διεπράξατο κατὰ νοῦν ἅπαντα. τούς τε γὰρ στρατευομένους ἀποστερῶν τὰς συντάξεις ἁπάσας οὔτε αἰσχυνθεὶς οὔτε δείσας πώποτε ὤφθη, ἀλλὰ καὶ ὠνίους τὰς ἀρχὰς ἔτι μᾶλλον ἢ πρότερον προὔθηκεν, ἀτιμοτέρας τε αὐτὰς καταστησάμενος ἀπεδίδοτο τοῖς ταύτην δὴ οὐκ ἀποκνοῦσι τὴν ἀνοσίαν ἐμπορίαν ἐργάζεσθαι, ἐφιεὶς διαρρήδην τοῖς τὰς ἀρχὰς ὠνησαμένοις ταῖς τῶν ἀρχομένων ψυχαῖς τε καὶ οὐσίαις ᾗ βούλοιντο χρήσασθαι. αὐτῷ τε γὰρ εὐθὺς καὶ τῷ τῆς ἀρχῆς καταβεβληκότι τὸ τίμημα ἡ τοῦ συλᾶν τε καὶ ἄλλως ἁρπάζειν ἐξουσία ξυνέκειτο. καὶ προῄει μὲν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς πολιτείας ἡ τῶν βίων ὠνὴ, ἐπράττετό τε τὸ συμβόλαιον τῆς τῶν πόλεων διαφθορᾶς ἔν τε τῶν δικαστηρίων τοῖς προὔχουσι καὶ τῷ δημοσίῳ τῆς ἀγορᾶς περιήρχετο λῃστὴς ἔννομος, ὄνομα τῇ πράξει τιθεὶς τὴν συλλογὴν τῶν ἐπὶ τοῖς τιμήμασι τῆς ἀρχῆς καταβεβλημένων χρημάτων, οὐκ ἐχούσης τινὰ ἐλπίδα τῆς τῶν ἁμαρτανομένων ἐπιστροφῆς. καὶ πάντων δὲ τῶν τῇ ἀρχῇ ὑπηρετούντων, πολλῶν τε καὶ δοκίμων ὄντων, τοὺς πονηροτάτους ἀεὶ ἐς αὑτὸν εἷλκε. τοῦτο δὲ οὐκ αὐτὸς ἐξήμαρτε μόνος, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ταύτην πρότερόν τε καὶ ὕστερον τὴν τιμὴν ἔσχον. Ἡμαρτάνετο δὲ τοιοῦτο κἀν τῇ τοῦ μαγίστρου καλουμένου ἀρχῇ κἀν τοῖς Παλατίνοις, οἳ δὴ ἀμφί τε τοὺς θησαυροὺς καὶ τὰ πριβᾶτα καλούμενα τό τε πατριμώνιον ἐπιτελεῖν ἀεὶ τὴν ὑπουργίαν εἰώθασιν, ἐν πάσαις τε συλλήβδην εἰπεῖν ταῖς ἐν Βυζαντίῳ καὶ πόλεσι ταῖς ἄλλαις τεταγμέναις ἀρχαῖς. ἐξ οὗ γὰρ ὅδε ὁ τύραννος τὰ πράγματα διῳκήσατο, ἐν ἀρχῇ ἑκάστῃ τοὺς τοῖς ὑπηρετοῦσι προσήκοντας πόρους πὴ μὲν αὐτὸς, πὴ δὲ ὁ τὴν τιμὴν ἔχων προσεποιοῦντο [ἐν] οὐδενὶ λόγῳ, οἵ τε αὐτοῖς ἐπιτάττουσιν ὑπουργοῦντες πενόμενοι τὰ ἔσχατα πάντα τοῦτον τὸν χρόνον δουλοπρεπέστατα ὑπουργεῖν ἠναγκάζοντο.

Πηγή:
Προκοπίου Ανέκδοτα, 134.5-136.14.
Βιβλιογραφία:
Jones, LRE, 295-296.
Σχολιασμός:
Ο Πέτρος Βαρσύμης διαδέχθηκε τον Ιωάννη τον Καππαδόκη στην επαρχότητα της Ανατολής το 541/2. Η διαφθορά που κατά τον Προκόπιο βασίλευε στην διοίκηση επί Ιουστινιανού Α΄ ήταν εμφανής και από την επιλογή των συνεργατών του. Για το λόγο αυτό στο απόσπασμα ο Προκόπιος περνά από τον Βαρσύμη στον Ιουστινιανό Α΄, και ενώ σκοπεύει να ψέξει τον Βαρσύμη, στην πραγματικότητα το κείμενο κάνει λόγο για τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Η αποδοκιμασία του Προκόπιου για το αρχικό επάγγελμα του Πέτρου Βαρσύμη εδράζεται στις αρχαίες αντιλήψεις που ενοχοποιούν το κέρδος. Η επιχειρηματικότητα του Βαρσύμη έφτανε μέχρι την «κλοπὴν» και τα κέρδη του χαρακτηρίζονται «αἰσχρότατα», ενώ ήταν ικανός να παραπλανεί όσους συναλλάσσονταν μαζί του. Από το κείμενο του Προκόπιου προκύπτει ότι ο διορισμός του στο αξίωμα του επάρχου πραιτορίων ήταν αποτέλεσμα ενεργειών της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, ενώ ο Βαρσύμης είχε ξεκινήσει τη σταδιοδρομία του στον δημόσιο τομέα με την ένταξή του μεταξύ των στρατιωτών του επάρχου, πιθανώς εξαγοράζοντας τη θέση του. Ως μέτρα του Βαρσύμη ωστόσο ο Προκόπιος αναφέρει την περικοπή των συντάξεων των στρατιωτών και την εξαγορά των αξιωμάτων (ὠνίους τὰς ἀρχὰς προὔθηκεν). Κανένα από τα δύο «μέτρα» στην πραγματικότητα δεν ανήκει στον Βαρσύμη, εφόσον και τα δύο αφορούν την γενικότερη οικονομική πολιτική και την πρακτική της διοίκησης. Η εξαγορά των αξιωμάτων και το βασικό της αποτέλεσμα, η μετακύλυση των εξόδων στους υπηκόους (ταῖς τῶν ἀρχομένων ψυχαῖς τε καὶ οὐσίαις ᾗ βούλοιντο χρήσασθαι) είναι φαινόμενο που επισημαίνεται σε πολλές πηγές. Για τον Προκόπιο όμως αυτοί που είχαν καταβάλει τα τιμήματα αποκτούσαν επίσημα εξουσία «τοῦ συλᾶν τε καὶ ἄλλως ἁρπάζειν», για τον λόγο αυτό χαρακτηρίζει τον Βαρσύμη «ἔννομον λῃστὴν». Η αναφορά στην διαφθορά των πόλεων συνδέεται ιδιαιτέρως με την απονομή δικαιοσύνης, εφόσον για τους κεντρικά διορισμένους αξιωματούχους η δικαιοσύνη αποτελούσε την συνηθέστερη πηγή αναπλήρωσης των χρημάτων που είχαν καταβληθεί για την εξαγορά του αξιώματος. Η πρακτική πώλησης των αξιωμάτων ακολουθούνταν και στις άλλες παλατινές υπηρεσίες (ἐν τοῖς Παλατίνοις), από τον μάγιστρο των θείων οφφικίων, τον κόμητα των θείων θησαυρών και από τους αξιωματούχους της βασιλικής περιουσίας (πριβᾶτα και πατριμώνιον). Το γεγονός ότι ο Βαρσύμης «οὐκ αὐτὸς ἐξήμαρτε μόνος» αποδεικνύει μόνο τη γενίκευση της διαφθοράς. Έτσι, όσοι διορίζονταν στα αξιώματα της επαρχίας βρίσκονταν σε δύσκολη θέση. Στο σημείο αυτό ο Προκόπιος αλλάζει σημείο αναφοράς. Ο χαρακτηρισμός «τύραννος» δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στον Ιουστινιανό Α΄, ενώ ο «ὁ τὴν τιμὴν ἔχων» είναι ο Βαρσύμης: αυτοί οι δύο, γράφει ο Προκόπιος, πότε ο ένας, πότε ο άλλος, απομυζούσαν (προσεποιοῦντο) τους πόρους που ανήκαν στους νόμιμους υπηρέτες του κράτους (τοῖς ὑπηρετοῦσι προσήκοντας πόρους), με αποτέλεσμα αυτοί να είναι πλέον «πενόμενοι». Για τον Προκόπιο οι αξιωματούχοι αυτοί υπέφεραν από την πενία και εκτελούσαν τα καθήκοντά τους ως δούλοι (δουλοπρεπέστατα ὑπουργεῖν ἠναγκάζοντο), δηλαδή οι αμοιβές τους ήταν κατά πολύ μικρότερες από τις αναμενόμενες. Μέσα από την περίπλοκη και εν πολλοίς δυσνόητη αφήγηση του Προκοπίου γίνεται σαφές ότι η βασική αντίρρηση του δεν αφορούσε τόσο την «απληστία» των αξιωματούχων του Ιουστινιανού Α΄, του Πέτρου Βαρσύμη ή του ίδιου του αυτοκράτορα, όσο το δικαίωμα στη διαχείριση των χρημάτων. Ο Προκόπιος προσποιείται πως η εξαγορά των αξιωμάτων και των υπαλληλικών θέσεων των κεντρικών υπηρεσιών που αναφέρει (της επαρχότητας, των οφφικίων κλπ) ήταν ένα νέο φαινόμενο· ισχυρίζεται ότι οι «ἀρχαὶ» έγιναν «ἀτιμώτεραι», δηλαδή ότι δεν αποτελούσαν πια τιμή, και ότι η πρακτική αυτή αποτελούσε «τῶν βίων ὠνὴ», συνεπώς το ζήτημα αφορούσε κατεξοχήν τα πρόσωπα στα οποία ο Ιουστινιανός Α΄ επέτρεψε την κατακόρυφη κοινωνική άνοδο, «την αγορά του βίου», την οποία ο συντηρητικός και αριστοκρατικών τάσεων Προκόπιος αποδοκιμάζει τόσο έντονα.