Σύνδεση του αγίου με την πόλη

Χρονολογία: 6ος αι.

Καὶ ἦν ἰδεῖν ἀληθῶς μητέρα ἐπὶ φιλτάτῳ παιδὶ καὶ παῖδα ἐπὶ φιλοθέῳ μητρὶ εὐφραινόμενον, εἶτα καὶ Θεὸν ἐπ’ αὐτοῖς οἰκειότατα δοξαζόμενον. Τίς γὰρ τῆς σεμνῆς ἐκείνης οὐκ εὐλόγησε τὸν καρπὸν, ἢ τίς πάλιν τοῦ τοιοῦδε τὴν ῥίζαν οὐκ ἐμακάρισε; Πρὸς γὰρ τοῖς ἄλλοις οἷς εἶχε καλοῖς, συμπαρέμεινε τῷ παιδὶ ταῖς αὐτοῦ χρείαις διακονοῦσα, πρὸς τῷ στύλῳ τὴν σκηνὴν πηξαμένη. Καὶ τερπνοῖς μὲν πᾶσι τοῖς κατὰ τὸν βίον ἀπειπαμένη, ὡς ἐν παραδείσῳ δὲ παρεδρεύουσα, καὶ τρυφῶσα, ταῖς ἰδίαις τε κοπιῶσα χερσὶ καὶ ποριζομένη τὰ ἐπιτήδεια δι’ ὅλου τε ἐλέους καὶ πενήτων φροντίζουσα. Ὅθεν καί τινος τρίτον ποτὲ νομίσματος φιλευσεβεῖ τρόπῳ παρασχομένου, τοῦτο λαβοῦσα γνώμῃ τοῦ παιδὸς ἐπὶ τὴν πόλιν ἀνῄει, ὥστε τὰ ἀναγκαῖα πρίασθαι πρὸς δαπάνην. Ἐπεὶ δὲ τοῦτο ποιήσασα ἐπανῄει, ὅρκοις ἐπικλασθεῖσα πενήτων τὸ πᾶν διέδωκεν. Ὡς δὲ ταύτην ἴδοι ὁ παῖς μηδὲν μετὰ χεῖρας ἔχουσαν· «Ποῦ τὰ ἐωνημένα, μῆτερ; φησί, δεόμεθα γὰρ εἰς δαπάνην.» Ἡ δέ· «Εἰς Θεόν, ἔφη, τέκνον, καὶ πένητας, ἀλλὰ καὶ ἡμᾶς, ὡς ἐπίστευσα· οὐδὲ γὰρ ὅσιον ἔκρινα, περὶ ἐλάττονος τῆς ἡμετέρας τροφῆς τοὺς ὅρκους θέσθαι τῶν δεομένων καὶ ταύτῃ ζῶντα ἐπιορκῆσαι Θεόν· ἐπίστευσα δὲ μᾶλλον, ὅτι καὶ ἡμεῖς εὐχαῖς ἐκείνων ἐλέους τευξόμεθα.»

Πηγή:
Βίος Αλυπίου II, 181.25-182.8
Βιβλιογραφία:
Høgel, Symeon, 28-29· Delehaye, Les saints stylites, LXXXIV· Rapp, City and citizenship, 158-159.
Σχολιασμός:
Ο Βίος του αγίου Αλυπίου του Στυλίτη έτυχε σημαντικής επεξεργασίας από τον Συμεών τον Μεταφραστή (10ος αι), ο οποίος επιμελήθηκε τα πρότυπα που αναπαράγει ο Βίος του 7ου αι., απηχώντας τη μεσοβυζαντινή εκδοχή τους. Ο άγιος Αλύπιος, αφού πέρασε ένα διάστημα ως κληρικός της επισκοπής Αδριανουπόλεως Παφλαγονίας, αποσύρθηκε στην επαρχία της πόλης και ασκήθηκε για πολλά χρόνια σε ένα στύλο. Σύμφωνα με το ανεπτυγμένο μεσοβυζαντινό μοντέλο του Βίου, η παρουσία ενός ασκητή προκαλούσε το ενδιαφέρον των κατοίκων και σύντομα οι ασκητές έπαυαν να είναι εντελώς μόνοι τους, καθώς αποκτούσαν μαθητές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η μητέρα του Αλυπίου παρέμεινε κοντά του και αποτέλεσε το σύνδεσμό του με την πόλη. Ο Μεταφραστής έχει εξοβελίσει εντελώς την πληροφορία του Βίου του 7ου αι., ότι ο Αλύπιος διένειμε όλα τα υπάρχοντά του στους πτωχούς (εφόσον είχε διατελέσει νωρίτερα διάκονος αλλά και οικονόμος της επισκοπής Αδριανουπόλεως), κάτι το οποίο θα δημιουργούσε συνειρμούς για την περιουσιακή κατάσταση της μητέρας. Ο Μεταφραστής εξυψώνει την συμβίωση υιού και μητέρας και την συντήρησή τους από την φιλανθρωπία των περιοίκων σε ιδανικό. Το ίδιο εξιδανικευμένη είναι και η αντίληψη, ότι η φιλανθρωπία που έχει δοθεί σε αυτούς ανακυκλώνεται με την διασπορά της σε μία άλλη αναγνωρισμένη κοινωνική κατηγορία της εποχής του Μεταφραστή, τους πένητες, όρος που δεν εμφανίζεται στο συγκεκριμένο χωρίο του 7ου αι. Η διαβίωση από την εργασία των χειρών της μητέρας είναι ένα μοτίβο που ενέβαλε ο Μεταφραστής και δεν υπάρχει στον Βίο Αλυπίου του 7ου αι. Το πρότυπο αυτό προέρχεται από τους Βίους των πρώτων αγίων του 4ου-5ου αι., ως εκ τούτου αναπαράγει την πιο εξιδανικευμένη εκδοχή του μοναχικού βίου που συνδέεται με τους αγίους της Παλαιστινιακής και της Αιγυπτιακής ερήμου.