Οι ἄχρηστοι και η φιλανθρωπία

Χρονολογία: 6ος αι.

Τοὺς δὲ ἄχρηστους εἶναι καὶ αὐτοὺς ἀνεπιτηδείους πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν ἰδίαν τε καὶ κοινωφελὴ εἴτε διὰ γῆρας ἢ λώβην σώματος ἢ παραφροσύνην ἢ ἀτέλειαν, καὶ τούτων τοὺς ἐπιστατούντας εἶναι μάλιστα φιλανθρώπους, εὐπόρους, ἐπιεικεῖς, κοινωνικούς, καὶ τὰ πάθη ἴδια ποιουμένους ὧν ἔχουσι τὴν φροντίδα, καὶ φιλοτιμίαν τὴν φιλανθρωπίαν λογιζομένους.

Πηγή:
Dennis, Three treatises, 18.88-93.
Σχολιασμός:
Οι επιτηδευματίες γενικά αποτελούν μία ευυπόληπτη κοινωνική ομάδα στο Βυζάντιο. Όσοι όμως δεν μπορούσαν να εργαστούν (ἀνεπιτηδείους πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν) εξέπιπταν στις χαμηλότερες τάξεις και αποτελούσαν ομάδες που έπρεπε να τεθούν σε ένα πλαίσιο προστασίας, λόγω ηλικίας, ασθένειας ή αναπηρίας. Ο ανώνυμος συγγραφέας του 6ου αι. τους ονομάζει συλλήβδην «ἀχρήστους», επειδή η όποια αδυναμία τους τους εμποδίζει από το να έχουν οποιοδήποτε ρόλο εντός της εύρυθμης και οργανωμένης πολιτείας. Η υιοθέτηση των προτύπων των πατέρων του 4ου αι. σχετικά με την φιλανθρωπία συντέλεσε ώστε αυτές οι κατηγορίες να εισέλθουν στην κοινωνική θεώρηση του Βυζαντίου, αντίληψη η οποία αναπαράγεται στο κείμενο. Ο ανώνυμος συγγραφέας του 6ου αι. θεωρεί ότι η διοίκηση των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων αποτελούσε στην πραγματικότητα τιμή (φιλοτιμίαν) για τους επικεφαλής των ιδρυμάτων (τοὺς ἐπιστατούντας). Ο συγγραφέας δεν διευκρινίζει αν αυτοί ήταν άρχοντες της πόλεως ή του κράτους, ή κληρικοί ή μοναχοί αλλά κατά τη γνώμη του έπρεπε να είναι «εὔποροι» και «κοινωνικοί». Η ευπορία σχετίζεται με την άσκηση της φιλανθρωπίας, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση εξηγείται με τη φράση που ακολουθεί, «τὰ πάθη ἴδια ποιουμένους», δηλαδή η υπηρεσία προς τους απόρους εκτελείται σωστά μόνο όταν ο επικεφαλής του εκάστοτε ιδρύματος συμμερίζεται τη δυστυχία τους, δηλαδή όταν «κοινωνεί» με αυτούς.