Τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα των πόλεων του 6ου αι.

Χρονολογία: 6ος αιώνας
Τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα των πόλεων του 6ου αι.
Οικοδόμοι στην εργασία τους, Καθημερινή ζωή, αρ. 3.

Ἐμπορικὸν δέ, οἷον σιτοπῶλαι, οἰνοπῶλαι, κρεοπῶλαι, ὑλικὸν δέ, τὸ ἐκάστου εἴδους παρεκτικόν, οἷον σιδηροτελεῖς, χαλκοτελεῖς, ὑπηρετικὸν δέ, τὸ ὑπηρετοῦν τοῖς γινομένοις πρὸς τὴν τῶν κοινῶν ἐπιμέλειαν, οἷον ξυλοφόροι, λιθοφόροι, ἄχρηστον δέ, τὸ μηδοτιοῦν συντέλειαν δυνάμενον πρὸς τὴν τῶν κοινῶν χρείαν, οἷον ἀσθενεῖς, γέροντες, παῖδες.
Καὶ πολιτείας μέρη τοσαῦτα. εἴποι δ’ ἄν τις καὶ μέρος πολιτείας, ὅπερ ἀπὸ τοῦ μηδὲν ἐνεργεῖν ἴσως ἀργὸν ὀνομάσει, ἀλλ’ οὐ πάντως καὶ ἡμῖν ἁρμόσει μέρος πολιτείας τοιοῦτον, ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος οὐκ ἔνι μέρος εὑρεῖν πάσης χρείας ἀπηλλαγμένον, οὕτω καὶ πολιτείας ἀρίστης οὐκ ἂν δέοι μέρος εἶναι τοιοῦτον, ὃ δύναται μὲν συντελεῖν ἐπὶ λυσιτελείᾳ τῆς πολιτείας, οὐκ ἐνεργεῖ δε, ἀλλὰ πάντως καὶ αὐτὸ καθ’ ἕν τι τῶν εἰρημένων τετάξεται ἵνα μὴ ἀργεῖν δυνάμενον πρὸς ἀκολασίαν καὶ κλοπὴν καὶ τὴν ἄλλην κακίαν ἀποκλίνοι. …
Τὸ δὲ ὑπηρετικὸν διὰ τὴν τῶν κελευομένων ὑπηρεσίαν τε καὶ συμπλήρωσιν, τὸ δὲ ἄχρηστον προβέβληται μὲν ὑπό τε τῆς φύσεως καὶ τῆς τύχης, θεραπεύεται δὲ παρὰ τῆς κεχρεωστημένης φιλανθρώπου γνώμης, ἣ καὶ αὐτὴ δῶρόν ἐστι φύσεως καὶ Θεοῦ πρότερον. …
Τοὺς δὲ ὑπηρέτας τῶν εἰρημένων ἀρχόντων εἶναι μήτε γέροντας … ὥστε φρονίμως καὶ ἱκανῶς ἔχειν μετ’ εὐκοσμίας πρὸς τὴν τῶν κελευομένων συντέλειαν. τοὺς δε γε λοιποὺς ἅπαντας ὑπηρέτας νέους εἶναι, οἷον ξυλοφόρους, ἀχθοφόρους, ὥστε δυνατῶς ἔχειν διὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ σώματος πρὸς τὴν τῶν κελευομένων ὑπηρεσίαν.

Πηγή:
Dennis, Three treatises, 10.11-25, 12.33-36, 18.94-100.
Βιβλιογραφία:
Mango, Η αυτοκρατορία της νέας Ρώμης, 45.
Σχολιασμός:
Τα αποσπάσματα που παραθέττονται εδώ, τα οποία αφορούν τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα των πόλεων του 6ου αι., προέρχονται από κείμενο ανωνύμου συγγραφέα, που ξεκινά δίνοντας την ιεραρχία της «πολιτείας». Όλες οι κοινωνικές ομάδες που αναφέρονται, έμποροι, τεχνίτες, υπηρέτες, οι άχρηστοι και αργοί, νοούνται εντός του θεσμικού πλαισίου της πόλεως και εξαρτώνται από αυτήν. Ειδικά για την κατηγορία των προμηθευτών της πόλης, που ο συγγραφέας σε άλλο σημείο αναλύει στις ομάδες «τεχνικόν», «ἐμπορικόν», «ὑλικόν ἤτοι εἴδους παρεκτικόν», η πόλις αποτελεί και τον μεγαλύτερο παραγγελιοδότη (πρβ ibid., 12.22-32). Το «ὑπηρετικόν» είναι μία κατηγορία ανάμεσα στις προηγούμενες που μόλις αναφέρθηκαν και στους «ἄχρηστους» και «ἀργούς». Στην επόμενη παράγραφο ο συγγραφέας διευκρινίζει πως υπό την ονομασία αυτή εννοεί τους μεταφορείς υλικών, δηλαδή τους χειρώνακτες. Στο πλαίσιο που περιγράφει ο συγγραφέας το υπηρετικόν επίσης υπάρχει εντός πόλεως, και ως «ἄρχοντες» εννοούνται οι άρχοντες της πόλης, οι οποίοι είναι οι εντολοδότες των υπηρετών. Έτσι, οι άρχοντες είναι αυτοί που ουσιαστικά ελέγχουν την οικονομική ζωή της πόλεως. Η πιο ενδιαφέρουσα κατηγορία είναι αυτή των «ἀχρήστων» και των «ἀργῶν». Ως άχρηστοι φέρονται αυτοί που δεν μπορούν να παρέχουν καμία υπηρεσία στην πολιτεία, δηλαδή στην πόλη, για οποιοδήποτε λόγο που βρίσκονται πέραν των ανθρωπίνων δυνατοτήτων. Η «φύσις», δηλαδή η ασθένεια ή ακόμα και η σωματική βλάβη ή αναπηρία, και η ηλικία, αλλά και η «τύχη», δηλαδή το φύλλο ή οποιαδήποτε άλλη ατυχία, έχουν ως αποτέλεσμα την ένταξη γυναικών, παιδιών, γερόντων, αρρώστων και αναπήρων σε αυτή την ομάδα. Διακριτή αλλά περίπου ίδια ομάδα είναι για τον συγγραφέα οι «ἀργοί», δηλαδή αυτοί που δεν ασχολούνται με τίποτα. Ο συγγραφέας τονίζει ότι όλοι πρέπει να έχουν μία απασχόληση, γιατί σε διαφορετική περίπτωση στρέφονται προς αξιόποινες πράξεις. Στο πλαίσιο αυτό η αργία φέρνει την πενία και αυτή με τη σειρά της στο έγκλημα. Η διατύπωση «καθ’ ἕν τι τῶν εἰρημένων τετάξεται» φανερώνει την ανάγκη για ένταξη αυτών σε κάποιο από τα αναφερθέντα μέρη της πολιτείας και υποδηλώνει την καταγραφή αλλά και την εσωτερική ιεραρχία αυτών των ομάδων (τάξις), η ύπαρξη της οποίας εξασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία της.