Πένητες και δυνάστες τον 8ο αι.

Χρονολογία: 726 ή 740/1

Τοὺς δὲ μετιέναι τεταγμένους τὰ νόμιμα πάντων τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν παραινοῦμεν ἅμα καὶ παρεγγυῶμεν ἀπέχεσθαι καὶ ἀπὸ ὑγιοῦς διανοίας προφέρειν τῆς ἀληθοῦς δικαιοσύνης τὰ κρίματα καὶ μήτε πένητος καταφρονεῖν μήτε δυνάστην ἀδικοῦντα ἐᾶν ἀνεξέλεγκτον, μήτε μὴν σχήματι μὲν καὶ λόγῳ τὴν δικαιοσύνην ὑπερθαυμάζειν καὶ τὴν ἰσότητα, ἔργῳ δὲ τὸ ἄδικον καὶ πλεονεκτικὸν προτιμᾶν ὡς ὠφέλιμον, ἀλλὰ δύο κρινομένων παρ’ αὐτοῖς, τοῦ τε πλεονεκτοῦντος καὶ τοῦ τὸ ἔλαττον ἔχοντος, εἰς τὸ πρὸς ἀλλήλους ἐπανισοῦν αὐτοὺς ἵστασθαι καὶ τοσοῦτον ἀφαιρεῖν τοῦ ὑπερέχοντος, ὅσον ἐλαττούμενον εὕρωσι τηνικαῦτα τὸν ἀδικούμενον· οἱ γὰρ τὴν ἀληθῆ δικαιοσύνην ταῖς ἑαυτῶν ψυχαῖς προεναποκειμένην μὴ ἔχοντες, ἀλλ’ ἢ χρήμασι διεφθαρμένοι ἢ φιλίᾳ χαριζόμενοι ἢ ἔχθραν ἀμυνόμενοι ἢ δυναστείαν δυσωπούμενοι κρίμα κατευθύνειν οὐ δύνανται…

Πηγή:
Εκλογή, 164.52-60.
Βιβλιογραφία:
Εκλογή, 9-10· Χριστοφιλοπούλου, Πολίτευμα, 103· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β1, 103· Τρωιάνος, Πηγές, 167-168· Saradi, ‘Dynasteia’ and ‘prostasia’, 84-85.
Σχολιασμός:
Το απόσπασμα προέρχεται από το προοίμιο της Εκλογής που χρονολογείται στο α΄ ήμισυ του 8ου αι. Μεγάλο μέρος του προοιμίου, εκ του οποίου ένα μικρό τμήμα παρατίθεται εδώ, είναι αφιερωμένο στους δικαστές (τοὺς μετιέναι τεταγμένους τὰ νόμιμα) και στον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης, ενώ εμπεριέχεται κατά λέξη αντιγραφή από κείμενο του Μεγάλου Βασιλείου (δύο κρινομένων παρ’ αὐτοῖς… τὸν ἀδικούμενον). Το συγκεκριμένο χωρίο αντιπαραθέτει τους «πένητες» στους «δυνάστες» και έτσι προσφέρει μία από τις λίγες μαρτυρίες της πρώτης περιόδου της μέσης βυζαντινής εποχής για την θεώρηση αυτού του ζητήματος από την κρατική οπτική γωνία. Το περιεχόμενο του πρώτου όρου είναι κάπως ασαφές, καθώς φαίνεται πως σε αυτόν ο νομοθέτης αντιστοιχεί την γενική έκφραση του Μεγάλου Βασιλείου, «τοῦ τὸ ἔλαττον ἔχοντος». Η διάκριση νοείται μόνο στο πλαίσιο της δίκης και η σύγκριση γίνεται μεταξύ των ίδιων των διαδίκων. Το περιεχόμενο του δεύτερου όρου διασαφηνίζεται μέσω της δράσης που αποδίδεται στους δυνάστες: χαρακτηριστικό τους είναι η αδικία (ἀδικοῦντα, τὸ ἄδικον) και η πλεονεξία (πλεονεκτικὸν), η επιθυμία για περισσότερο πλούτο. Έτσι, οι «ὑπερέχοντες» του κειμένου φαίνεται να ταυτίζονται με τους «πλεονεκτοῦντες» και τους δυνάστες, και απέναντί τους οι πένητες παρουσιάζονται κοινωνικά ευάλωτοι και οικονομικά αδύναμοι. Ο νομοθέτης της Εκλογής παρόλα αυτά επεκτείνει τη σύσταση του Μεγάλου Βασιλείου, η οποία, ως έχει, πραγματικά μπορούσε να ερμηνευθεί υπέρ των δυναστών: η οικονομική θέση του υπερέχοντος δεν δικαιολογεί την επιβολή προστίμου μεγαλύτερου από αυτό στο οποίο ανέρχεται η πραγματική ζημία που υπέστη ο έτερος διάδικος, κι έτσι η διάταξη φαίνεται να προστατεύει τους υπερέχοντες από την πιθανότητα να παράσχουν μεγαλύτερες αποζημιώσεις. Ο νομοθέτης ωστόσο προσθέτει εδώ προς τους δικαστές την σύσταση ότι η απονομή δικαιοσύνης απαγορεύεται (κρίμα κατευθύνειν οὐ δύνανται) σε αυτούς που υποκύπτουν σε δωροδοκία, στα προσωπικά τους αισθήματα και τις κοινωνικές επαφές (φιλία/έχθρα) και στον εκφοβισμό (δυναστείαν δυσωπούμενοι), διακηρύσσεται λοιπόν για πρώτη φορά με τόση σαφήνεια ότι η οικονομική και κατ’ επέκταση η κοινωνική θέση και η επιρροή των ατόμων δεν αποτελεί λόγο για την ευνοϊκή απονομή δικαιοσύνης.