Ορισμός παραγραφής για την πώληση ακινήτων

Χρονολογία: 928-947

Μετὰ δὲ μέντοι δεκαετίαν ἀνεπιφώνητον κατὰ τῶν ὁπωσοῦν συναλλαξάντων ἢ δωρεᾶς δεξαμένων ἢ ἐκ διαθήκης τὶ κτησαμένων οὐδεμία παρ’ οὐδενὸς τῶν ἐντεῦθεν προτιμωμένων ἢ καὶ ὡς ἐκ τοῦ δημοσίου ζήτησις ἔσται.
Πρὸς τούτοις δὲ κελεύομεν ὥστε πάντα τὰ στρατιωτικὰ κτήματα, ὅσα ἐντὸς τριακονταετίας καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐξεποιήθησαν ἢ μετὰ ταῦτα μέλλουσιν ἐκποιεῖσθαι ἀναργύρως εἰς τὴν τῆς ἰδίας στρατείας ἐνοχὴν καὶ ὑπηρεσίαν πάλιν ἐπανακάμψαι, εἰ μὴ ἄρα καὶ μετὰ τὴν ἐκποίησιν τοσοῦτον τῷ στρατιώτη περιλιμπάνεται ὅσον τινὶ τῶν στρατευομένων πρὸς τὴν τῆς νέας στρατείας σύστασιν ἐξαρκεῖ· καθ’ ὅσον γὰρ ἐλλείπει, κατὰ τοσοῦτον ἡ ἐκποίησις ἀναιρεῖται.

Πηγή:
Svoronos, Novelles, αρ. 2.ΙΙ.93-103.
Βιβλιογραφία:
Ostrogosky, Aristocracy, 4· Ostrogorsky, Pre-emption right, 117.
Σχολιασμός:
Το απόσπασμα έχει προσαρτηθεί σε Νεαρά του αυτοκράτορα Ρωμανού Α΄ Λακαπηνού, η οποία επαναφέρει το δίκαιο της προτίμησης και εκδιώκει τους «δυνατούς» από τις κοινότητες χωρίων, στις οποίες οι ίδιοι δεν κατέχουν κτήματα. Η Νεαρά χρονολογείται στο έτος 928, αλλά το συγκεκριμένο απόσπασμα βρίσκεται σε μεταγενέστερη επεξεργασία του κειμένου που πιθανώς χρονολογείται μεταξύ 928 και 947, καθώς στην αρχική μορφή δεν είχε προβλεφθεί παραγραφή των αδικημάτων που περιγράφονται στη Νεαρά. Έτσι, οι μεταγενέστεροι νομομαθείς προσέθεσαν ότι πράξεις αλλαγής κυριότητας εντός των κοινοτήτων χωρίων μπορούσαν να προσβληθούν από τους ενδιαφερόμενους, είτε τους γείτονες που επικαλούνταν το δίκαιο της προτίμησης, είτε το δημόσιο, εντός δεκαετίας. Το ζήτημα των στρατιωτικών κτημάτων αποτέλεσε ξεχωριστό ζήτημα από το 947 και εξής, αλλά φαίνεται από την συγκεκριμένη επεξεργασία ότι οι ενδιάμεσες κυβερνήσεις φρόντισαν να θεσπίσουν τριακονταετή παραγραφή για την απαλλοτρίωσή τους. Όπως και στην περίπτωση των κτημάτων των πενήτων των χωρίων, φαίνεται ότι δεν υπήρξε έκδοση νέου νόμου, αλλά ότι ο προϋπάρχων νόμος συμπληρώθηκε στη συνέχεια. Ούτε τα στρατιωτικά κτήματα, ούτε και η παραγραφή αποτελούν ζητήματα που αντιμετωπίστηκαν στις Νεαρές του 928 και του 934, ενώ το διάστημα παραγραφής για τις δύο αυτές κατηγορίες στη συνέχεια επεκτάθηκε. Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι το πρώτο, που συνδέει νομικά και με μεγάλη σαφήνεια τη γη με την παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας εκ μέρους του κατόχου της. Δεν επιβαρύνεται το πρόσωπο, δηλαδή ο στρατιώτης ή στρατευόμενος, αλλά η γη, γεγονός που προδίδει η πρόβλεψη ότι πρέπει να επιστραφούν όσα κτήματα είναι απαραίτητα. Έτσι, η στρατεία νοείται ως συγκεκριμένη «ἐνοχὴ» και «ὑπηρεσία» στην οποία αντιστοιχεί ένα οικονομικό σύνολο ή αξία, που προέρχεται από την γη. Για κτήματα πέραν αυτής της ποσότητας το κράτος δεν δείχνει κάποιο ενδιαφέρον.