Ο Βασίλειος Α΄ αναβάλλει την απογραφή των επαρχιών

Χρονολογία: 867-886
Ο Βασίλειος Α΄ αναβάλλει την απογραφή των επαρχιών
Ο Βασίλειος Α΄ και οι μάγιστροι, Tsamakda, Chronicle, αρ. 233.

Ἐπεὶ δὲ εἰώθασι πολλάκις οἱ καθεστηκότες ἐπὶ τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν διοικήσεων, … ὑπέμνησέ ποτε καὶ τῷ γενναίῳ τούτῳ βασιλεῖ ἀπὸ τοιαύτης γνώμης ὁ τὴν τοῦ γενικοῦ τὸ τηνικαῦτα διέπων ἀρχὴν ἀποσταλῆναι εἰς τὰ ὑπὸ τὴν Ῥωμαϊκὴν ἐξουσίαν ἅπαντα θέματα τοὺς λεγομένους ἐπόπτας τούτους καὶ ἐξισωτάς, ὡς ἄν, φησί, τοὺς ἀγροὺς καὶ τὰ χωρία, ὧν ὁ χρόνος τοὺς δεσπότας διά τινα περιπέτειαν τοῖς οἰκείοις ἐπέκλυσε ῥεύμασι, πρὸς ἑτέρους διάθωνται καὶ πρόσοδον ἐντεῦθεν οὐχὶ μικρὰν τῷ ταμιείῳ τῷ βασιλικῷ προσπορίσωσιν. ……. τοῦ δὲ μὴ ἔχειν ἐν τοῖς πολιτευομένοις κρείττονας λέγοντος, ὁ βασιλεὺς ἀπεκρίνατο ὅτι παρ’ ἐμοὶ τοιοῦτον τὸ τῆς προκειμένης διακονίας ἔργον κρίνεται ὥστε, εἴπερ οἷόν τε ἦν, αὐτὸν ἐμὲ πρὸς τὴν τούτων διοίκησιν ἐξελθεῖν. ἐπεὶ δὲ τοῦτο οἶδα ὅτι δοκεῖ τυχὸν ἀπρεπὲς καὶ ἀδύνατον, ἐξ ἀνάγκης ἐπὶ τοῖς δυσὶ τῆς πολιτείας μαγίστροις, οἳ καὶ χρόνῳ καὶ πείρᾳ καὶ ταῖς πολλαῖς ἐν τῷ μακρῷ βίῳ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν διοικήσεσιν, ἐν αἷς ἐξητάσθησαν, ἀκίβδηλον καὶ καθαρὸν τῆς ἀρετῆς ἐξενηνόχασι τὸ δοκίμιον, τὰς ἐλπίδας ἀποσαλεύω, καὶ τὴν διακονίαν ὑπὸ τούτων ἀνυσθῆναι δεόντως θαρρῶ. ἀπελθὼν οὖν, φησίν, αὐτὸς σὺ τούτοις ἀπάγγειλον τὸ τῆς διακονίας ἐπωφελὲς καὶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν. καὶ βουλομένων αὐτῶν ἐξελθεῖν ἐπευδοκῶ καὶ αὐτὸς καὶ ἐπισφραγίζω τὸ βούλευμα. ὡς δὲ ἀκούσαντες οἱ ἄνδρες ἦλθον εἰς ἔκπληξιν, καὶ τὸ γῆρας ἀνθ’ ἱκετηρίας καὶ τοὺς πολλοὺς ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ καμάτους καὶ πόνους αὐτῶν προβαλλόμενοι παρενεχθῆναι τὸ τῆς τοιαύτης διακονίας ποτήριον ἐξ αὐτῶν καθικέτευον, ἐξ ἀνάγκης ὑπέστρεψεν ἄπρακτος ὁ πεμφθείς, καὶ τῷ βασιλεῖ τὰ παρὰ τῶν μαγίστρων ἀπήγγειλεν. ἅπερ ἀκούσας εἶπεν ὁ βασιλεὺς ὅτι εἰ τὸ ἐμὲ ἐξελθεῖν δοκεῖ τε καὶ λέγεται εἶναι ἀδύνατον, παραιτοῦνται δὲ τὴν ὑπουργίαν καὶ οἱ λαμπρότατοι μάγιστροι, οὐδένα ἔχων τοῦ πράγματος διοικητὴν ἀξιόχρεων καταλειφθῆναι τὸ ὑποβαλλόμενον βούλομαι ἀνεπίσκεπτον καὶ ἀδιερεύνητον. κρεῖττον γάρ, φησί, παρακερδαίνειν τινὰς ἀπὸ τῶν ἐμῶν οὐ καλῶς ἢ κακῶς ὑποπεσεῖν τινὰ ζημιώδει κακῷ καὶ ἐπιτριβούσῃ αὐτὸν συμφορᾷ. καὶ ἐπὶ τούτῳ τὸν ἅπαντα χρόνον τῆς αὐτοκρατορίας αὐτοῦ ἔμεινεν ἀνέποπτος, ὡς ἄν τις εἴποι, καὶ ἀνεξίσωτος, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἐλεύθερός τε καὶ ἀδιάπρακτος, ὁ ὑπὸ τὴν Ῥωμαϊκὴν ἐξουσίαν ἅπας τῶν ὅλων θεμάτων λαὸς καὶ τὰ χωρία καὶ οἱ ἀγροὶ τοῖς γειτονοῦσι τῶν πενήτων προκείμενοι εἰς ἀπόλαυσιν. τοιοῦτος ἦν περὶ πᾶν τὸ ὑπήκοον, μάλιστα δὲ τὸν ὄχλον τὸν ἀγροδίαιτον, πατρικὴν ἐπιδεικνύμενος κηδεμονίαν καὶ πρόνοιαν ὁ ἀγαθὸς βασιλεύς.

Πηγή:
Vita Basilii, 320.1-324.51 (: Θεοφάνη συνεχιστές, 346.5-348.9).
Βιβλιογραφία:
Dölger, Finanzverwaltung, 80· Oikonomidès, Fiscalité, 58, 133, 139· Lemerle, Agrarian history, 70-72· Brandes, Finazverwaltung, 202-203· Svoronos, Cadastre, 122-123 σημ. 1· Kaplan, Les hommes et la terre, 389-390, 408-410· Guilland, Ordre, 20.
Σχολιασμός:
Το εγκωμιαστικό αυτό απόσπασμα από το Βίο Βασιλείου αναφέρεται στη διάθεση του αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ να «παγώσει» την απογραφή των επαρχιών. Το μέτρο στοχεύει αναμφίβολα στην εξασφάλιση της εύνοιας συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, καθώς η πραξικοπηματική άνοδος του Βασιλείου Α΄ στην εξουσία δημιουργούσε ιδιαίτερες συνθήκες στο στενό αυτοκρατορικό περιβάλλον. Η αφήγηση είναι ανεκδοτική. Ο λογοθέτης του γενικού (αρμόδιος για την είσπραξη των φόρων) υπενθύμισε στον αυτοκράτορα ότι έπρεπε να γίνει απογραφή στις επαρχίες των θεμάτων. Το κείμενο διακρίνει καθαρά το σώμα των υπαλλήλων ή και ανώτερων αξιωματούχων της δημόσιας διοίκησης, τους «πολιτευομένους» -όρος κανονικά δηλώνει τους βουλευτές-, οι οποίοι κρίθηκαν από τον αυτοκράτορα ακατάλληλοι γι’ αυτό το καθήκον. Η προθυμία του Βασιλείου Α΄ να εκτελέσει ο ίδιος αυτή την εργασία αποτελεί αναμφίβολα υπερβολή του συγγραφέα όπως και η πρόθεσή του να αποστείλει τους μαγίστρους, και ως λογοτεχνικό τέχνασμα αποσκοπεί να αναδείξει τη σπουδαιότητα που απέδιδε ο Βασίλειος στον χειρισμό των θεμάτων που αφορούσαν τον αγροτικό κόσμο της αυτοκρατορίας. Η υψηλή ιεραρχική θέση των μαγίστρων στο β΄ ήμισυ του 9ου αι. δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό «λαμπρότατοι» που προέρχεται από την πρωτοβυζαντινή εποχή. Ο συγγραφέας τους χαρακτηρίζει ως πολύπειρους στις πολιτικές αρχές (τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν διοικήσεσιν), δηλαδή στα αξιώματα του πολιτικού κλάδου της διοίκησης, υπονοώντας σαφώς ότι η ενεργοποίησή τους θα αποτελούσε εγγύηση για την σωστή διεκπεραίωση της απογραφής. Οι μάγιστροι, όπως στη σύλληψη του συγγραφέα ήταν αναμενόμενο, αρνήθηκαν να τελέσουν αυτή τη «διακονία», κατά τον συγγραφέα λόγω γήρατος (η απογραφή γινόταν επί τόπου από τους υπαλλήλους), αλλά στην πράξη επειδή ο διεκπεραιωτικός χαρακτήρας της εργασίας αυτής ήταν ασύμβατος με την υψηλή κοινωνική θέση που τους έδινε ο τίτλος τους. Ο αγροτικός κόσμος της αυτοκρατορίας χαρακτηρίζεται ως «ὄχλος», αποτελώντας ένα σύνολο ανοργάνωτο, χωρίς εσωτερική τάξη. Η «ἀπογραφή», διαδικασία την οποία εκτελούσαν κανονικά οι επόπτες, αποσκοπούσε στην καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων των φορολογουμένων, των εγκαταλελειμμένων εκτάσεων αλλά και των καταπατημένων εκτάσεων. Ο όρος «δεσπότης» δηλώνει το ισχυρότερο εμπράγματο δικαίωμα, την πλήρη κυριότητα. Οι δύο διοικητικές διαδικασίες που αναφέρονται, της «ἀπογραφῆς» και της «ἐξισώσεως», συμπλέκονται, καθώς η εγκατάλειψη γαιών οδηγούσε συνήθως στην καταπάτησή τους από τους γείτονες. Η διαφορά όμως έγκειται στο γεγονός ότι (τουλάχιστον κατά τις υπάρχουσες μαρτυρίες) η «ἐξίσωσις» αφορά τους μεγάλους ιδιοκτήτες, ενώ στα «χωρία» οι μικροϊδιοκτήτες γης απλώς εκμεταλλεύονταν τα κτήματα που είχαν εγκαταλείψει για οποιοδήποτε λόγο οι γείτονές τους (τοῖς οἰκείοις ἐπέκλυσε ῥεύμασι). Η διοικητική πράξη είναι σε αυτό το σημείο διττή: αφενός οι γείτονες μπορούν να εκμεταλλεύονται εγκαταλελειμμένα κτήματα καταβάλλοντας το φόρο που αντιστοιχούσε σε αυτά, αφετέρου το κράτος μετά την παρέλευση τριάντα ετών μπορούσε να κηρύξει τα κτήματα αυτά «κλάσματα», τα οποία παραδίδονται σε νέους ιδιοκτήτες. Στο κείμενο με σαφήνεια περιγράφεται η δεύτερη διαδικασία (πρὸς ἑτέρους διάθωνται). Το κράτος περίμενε να κερδίσει περισσότερα χρήματα από την παράδοση των κτημάτων σε νέους ιδιοκτήτες (πρόσοδον ἐντεῦθεν οὐχὶ μικρὰν), παρά από την εκμετάλλευσή τους από τους γείτονες, που σημαίνει ότι στην πράξη η εκμετάλλευση των εγκαταλελειμμένων γαιών από τους γείτονες παράμενε αφορολόγητη, κάτι που μαρτυρείται σε άλλες πηγές της ίδιας περίπου περιόδου. Ο Βασίλειος Α΄ αποφάσισε να αναβάλλει επ’ αόριστον την απογραφή. Επιχειρώντας να παρουσιάσει το μέτρο αυτό υπέρ του αγροτικού κόσμου, ο συγγραφέας δεν κρύβει ότι εγκαταλελειμμένα ήταν κυρίως τα κτήματα των πενήτων, τα οποία παρέμειναν στην εκμετάλλευση των γειτόνων. Ασαφές παραμένει το περιεχόμενο του όρου «λαός», που αν ερμηνευθεί ως «στρατός» δηλώνει ότι το μέτρο αυτό του Βασιλείου Β΄ αποσκοπούσε στην εύνοια των στρατιωτών (η πιθανότητα ωστόσο αυτή δεν είναι ισχυρή). Μάλιστα ο συγγραφέας με λογοπαίγνιο τονίζει ότι ο «λαὸς» έμεινε «ἐλεύθερος», δηλαδή, στο πλαίσιο που περιγράφηκε, αφορολόγητος, και «ἀδιάπρακτος», χωρίς να υποστεί την «πράξη» (σε μεταγενέστερες πηγές «ἐνέργεια») της ἀπογραφῆς.