Απονομή τίτλου στον κληρικό Κτενά

Χρονολογία: 9ος-10ος αι.

Ἰστέον, ὅτι ἐπὶ Λέοντος, τοῦ φιλοχρίστου καὶ ἀειμνήστου βασιλέως, ἦν ὁ Κτενᾶς ἐκεῖνος γέρων, κληρικὸς πάνυ πλούσιος, ὅστις ἦν καὶ δομέστικος εἰς τὴν Νέαν Ἐκκλησίαν, ὑπῆρχεν δὲ τεχνίτης εἰς τὸ ᾆσμα, οἷος τῷ τότε καιρῷ ἕτερος οὐκ ἦν. Ὁ δὲ αὐτὸς Κτενᾶς τὸν πατρίκιον Σαμωνᾶν ἐδυσώπησεν, τῷ τότε καιρῷ παρακοιμωμένου αὐτοῦ ὄντος, μεσιτεῦσαι αὐτὸν εἰς τὸν βασιλέα τοῦ γενέσθαι πρωτοσπαθάριον καὶ φορεῖν ἐπικούτζουλον καὶ προέρχεσθαι εἰς τὸν Λαυσιακὸν καὶ καθέζεσθαι ὡς πρωτοσπαθάριον καὶ ῥογεύεσθαι αὐτὸν λίτραν μίαν καὶ ὑπὲρ τῆς τοιαύτης ἀντιλήψεως δοῦναι τῷ βασιλεῖ λίτρας τεσσαράκοντα. Ὁ δὲ βασιλεὺς οὐκ ἠνέσχετο τοῦτο ποιῆσαι, λέγων τῶν ἀδυνάτων τυγχάνειν, καί• «Εἰς μεγάλην ἀδοξίαν τῆς βασιλείας μου κληρικὸν γενέσθαι πρωτοσπαθάριον». Ἀκούσας δὲ ὁ αὐτὸς Κτενᾶς παρὰ τοῦ πατρικίου Σαμωνᾶ ταῦτα, προσέθηκεν εἰς τὰς τεσσαράκοντα λίτρας καὶ σχολαρίκια ζυγὴν μίαν, ἐκτιμηθεῖσαν λίτρας δέκα καὶ τραπεζίου ἀσήμιν ἔνζῳδον διάχρυσον ἀνάγλυφον, ἐκτιμηθὲν καὶ αὐτὸ λίτρας δέκα. Καὶ δυσωπηθεὶς ὁ βασιλεὺς τῇ παρακλήσει τοῦ πατρικίου Σαμωνᾶ καὶ παρακοιμωμένου, ἀνελάβετο τὰς τεσσαράκοντα τοῦ χρυσίου λίτρας καὶ τὴν ζυγὴν τὰ σχολαρίκια καὶ τοῦ τραπεζίου τὸ ἀνάγλυφον καὶ διάχρυσον ἀσήμιν, ὡς γενέσθαι τὸ πᾶν δόμα τοῦ αὐτοῦ Κτενᾶ λίτρας ἑξήκοντα. Τότε ἐποίησεν αὐτὸν ὁ βασιλεὺς πρωτοσπαθάριον, καὶ ἐρογεύθη τῷ καιρῷ ἐκείνῳ λίτραν μίαν. Ἔζησεν δὲ ὁ αὐτὸς Κτενᾶς μετὰ τὸ τιμηθῆναι αὐτὸν πρωτοσπαθάριον ἔτη δύο καὶ ἐτελεύτησεν· ἐρογεύθη δὲ τὰ δύο ἔτη ἀνὰ λίτραν μίαν.

Πηγή:
DAI, κεφ. 50.235-256.
Βιβλιογραφία:
Hendy, Studies, 186· Oikonomides, Role, 1009-1010· Oikonomidès, Listes, 128 σημ. 86· Morrisson - Cheynet, Prices and wages, 861· Cheynet, Pouvoir et contestations, 253· DAI Commentary, 194-195· Kazhdan – McCormick, Byzantine court, 189-190· Λεονταρίτου, Αξιώματα, 186, 188· Guilland, Recherches τ. 1, 51, 76· Neville, Authority, 27.
Σχολιασμός:
Το απόσπασμα είναι πολύ γνωστό και χαρακτηριστικό για τους τιμητικούς τίτλους στο μέσο Βυζάντιο. Η ιστορία εκτυλίχθηκε επί Λέοντος Στ΄. Ο Κτενάς ήταν βασιλικός κληρικός και υπηρετούσε ως δομέστικος των ψαλτών στη Νέα Εκκλησία του Μεγάλου Παλατίου, ο οποίος ήθελε οπωσδήποτε να αποκτήσει τον τίτλο του πρωτοσπαθαρίου. Μόνο υποθέσεις μπορούν να διατυπωθούν σχετικά με την προέλευση του πλούτου του Κτενά. Ενδέχεται να καταγόταν από εύπορη οικογένεια, όπως επίσης και να απέκτησε τον πλούτο του κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως κληρικός· είναι μάλιστα γνωστές κάποιες από τις αμοιβές των δομεστίκων στις εορτές και σε συγκεκριμένες περιστάσεις της αυλικής ζωής. Η αρχική άρνηση του αυτοκράτορα να ικανοποιήσει το αίτημα του Κτενά θα μπορούσε να οφείλεται στην ασύμβατη φύση των δύο λειτουργιών, του πρωτοσπαθαρίου και του κληρικού. Ωστόσο το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Ζ΄ χρησιμοποιεί στην ίδια πρόταση την έκφραση «ἀδοξία τῆς βασιλείας», υποδεικνύει ότι η ένταξη κληρικού στο σώμα του πρωτοσπαθαρίου δεν ελήφθη ενισχυτικά για το κύρος του βασιλικού κύκλου. Εμμέσως λοιπόν φαίνεται να δηλώνεται ότι η καταγωγή των βασιλικών κληρικών ήταν αρκετά κατώτερη από αυτή που αναμενόταν να έχει ένας πρωτοσπαθάριος. Από την άλλη πλευρά, η απονομή του προελευσιμαίου τίτλου του πρωτοσπαθαρίου συνιστούσε για τον Κτενά μία «τιμή», εφόσον συγκαταλέχθηκε στην «ακολουθία» του αυτοκράτορα, έφερε τα διάσημα του τίτλου και συμμετείχε στις τελετές που τελούνταν στο Λαυσιακόν κτήριο των ανακτόρων, συνεπώς το κοινωνικό κύρος που θα του προσέδιδε ο τίτλος ήταν το βαθύτερο αίτιο της επιθυμίας του. Ως διάσημα του τίτλου (που ανήκουν στο σχήμα του τίτλου) αναφέρονται στο Τακτικόν του Φιλοθέου (899) χρυσός κλοιός με πολύτιμους λίθους στο λαιμό, και το «ἐπικούτζουλον» στο συγκεκριμένο κείμενο (πιθανώς λευκό πουκάμισο με μακριά μανίκια), που τυπικά ανήκουν στο «σχήμα» των πρωτοσπαθαρίων. Η αναφορά του ενδύματος μπορεί να υποδηλώνει ότι ο Κτενάς ήταν ευνούχος. Η αναφορά του αντίτιμου που κατέβαλε ο Κτενάς, εξήντα λίτρες χρυσού (4.320 νομίσματα) σε χρήματα και σε είδος, αποδεικνύει τον πλούτο που είχε συγκεντρώσει. Η τιμή ήταν τριπλάσια από την κανονική και η σύντομη αναφορά του θανάτου του εντός της επόμενης διετίας τονίζει το γεγονός ότι η απόδοση του ετήσιου μισθού (ῥόγα, μία λίτρα χρυσού ετησίως, 72 νομίσματα) που συνεπαγόταν η κατοχή του τίτλου ήταν πολύ μικρή, συγκριτικά με το μεγάλο ποσό που κατέβαλε για την εξαγορά.