Κοινωνική αναστάτωση στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 9ου αι.

Χρονολογία: 810

ταῦτα ἐκ τῶν πολλῶν ὡς ἐν κεφαλαίῳ μικρά μοι ἐστηλογράφηται δηλοῦντι τὸ πρὸς πᾶν εἶδος πλεονεξίας αὐτοῦ πολυμήχανον. τὰ γὰρ κατὰ τὴν βασιλίδα τοῖς ἐν τέλει καὶ μέσοις καὶ εὐτελέσιν ἐνδειχθέντα δεινὰ πέρα συγγραφῆς, τοὺς μὲν ἀνιχνεύοντος ὅπως οἴκοι ζῶσιν, καὶ καθυποβάλλοντος τοῖς πονηροῖς τῶν οἰκετῶν διαβάλλειν τοὺς δεσπότας, καὶ ἐν ἀρχαῖς δῆθεν διστάζοντος ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, ἔπειτα δὲ βεβαιοῦντος τὰς συκοφαντίας, τὸ αὐτὸ δὲ καὶ ἐπὶ ἀσήμων κατ’ ἐπισήμων ἔδρα τιμῶν ἀξιῶν τοὺς εὖ διαβάλλοντας· τῶν δὲ οἴκων πολλοὺς τῶν οἰκητόρων ἀπὸ πρώτης εἰς τρίτην γενεὰν ἐξανέστρεψεν, ἐλπίδι τοῦ τάχιστα τούτους ἐκπεσεῖν καὶ ὑπ’ αὐτοῦ κληρονομηθῆναι.

Πηγή:
Θεοφάνη Χρονογραφία, 487.19-29.
Βιβλιογραφία:
Mango-Scott, Chronicle, 670· Yannopoulos, Société profane, 272-273.
Σχολιασμός:
Το κείμενο αποτελεί μέρος της κατακλείδας του Θεοφάνη του Ομολογητή για τα μέτρα που επέβαλε ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος Α΄, τις περίφημες «κακώσεις». Το περιεχόμενο είναι υπόδειγμα κοινωνικής παρουσίασης καθώς περιέχει όρους που προέρχονται όχι μόνο από την ρωμαϊκή αντίληψη περί κοινωνίας, αλλά και όρους που χρησιμοποιήθηκαν κατεξοχήν από τη ρωμαϊκή νομοθεσία. Σε μία εξαιρετικά σπάνια στις βυζαντινές πηγές κοινωνική παρουσίαση, ο Θεοφάνης κάνει λόγο για τις, κατά την αντίληψή του, τρεις τάξεις της Κωνσταντινούπολης, τους «ἐν τέλει», τους «μέσους» και τους «εὐτελεῖς». Οι πρώτοι είναι οι έχοντες πραγματική εξουσία, σχηματικά δηλαδή οι άρχοντες, ο αριστοτελικός όρος «μέσοι» δηλώνει μία απροσδιόριστη μεσαία τάξη, τα χαρακτηριστικά της οποίας όμως μας διαφεύγουν για την συγκεκριμένη εποχή, και οι «εὐτελεῖς» συγκροτούν την χαμηλότερη τάξη, όρος που αποτελεί μετάφραση του αντίστοιχου λατινικού, «humiliores». Τα αντιθετικά σχήματα που ακολουθούν, «δεσπόται» - «οἰκέται», «ἄσημοι» – «ἐπίσημοι» χρησιμοποιούνται με συγκεκριμένο σκοπό για να περιγραφεί μία κατάσταση γενικής κοινωνικής αναστάτωσης στην Κωνσταντινούπολη, από την οποία δεν ξέφυγαν ούτε τα ανώτερα, ούτε τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Ο συγγραφέας θέλει να τονίσει την παρανομία των μέτρων του Νικηφόρου Α΄, εφόσον οι διακρίσεις που αναφέρονται ίσχυαν ήδη στο ρωμαϊκό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της κωδικοποίησης του Ιουστινιανού Α΄. Συγκεκριμένα οι δούλοι απαγορευόταν να καταθέσουν κατά των κυρίων τους –των δεσποτών. Η δεύτερη κατηγορία, οι άσημοι, στις περισσότερες πηγές, συμπεριλαμβανομένης της Χρονογραφίας του Θεοφάνη, αφορά απλώς αυτούς που δεν διακρίνονται για κανένα λόγο. Εδώ όμως, στο πλαίσιο του συγγραφέα, φαίνεται να αφορά συγκεκριμένα αυτούς που απαγορευόταν από τη ρωμαϊκή νομοθεσία να καταθέσουν αγωγή ή να δώσουν μαρτυρική κατάθεση, στους οποίους ανήκουν τόσο οι infames (άτιμοι), όσο και οι πτωχοί με συνολική περιουσία μικρότερη των πενήντα νομισμάτων. Ο συγγραφέας λοιπόν εξισώνει διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες για τη δημιουργία εντυπώσεων. Με τον όρο επίσημοι ωστόσο δεν δηλώνονται απαραιτήτως οι άρχοντες, ούτε οπωσδήποτε οι πλούσιοι, αλλά οπωσδήποτε ο όρος αποτελεί τον αντίθετο των ασήμων. Η επιλογή των όρων αυτών από τον Θεοφάνη υπερτονίζει την «πλεονεξία» του Νικηφόρου Α΄, ο οποίος υποκινούσε, κατά παράβαση των νόμων, τις απαγορευμένες κατηγορίες των δούλων και των ασήμων να δώσουν πληροφορίες, κατά τον Θεοφάνη έναντι «τιμῆς», δηλαδή ένταντι ανταμοιβής, η οποία δεν διευκρινίζεται τι είδους ήταν. Η τελευταία φράση του συγγραφέα στο χωρίο αυτό αφορά τους «οἰκήτορες τῶν οἴκων», οι οποίοι είδαν τα συμβόλαιά τους να ακυρώνονται (ἐξανέστρεψεν). Το μέτρο αυτό αναφέρεται, σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία, σε εμφυτευτικές συμφωνίες που διαρκούσαν τρεις ή περισσότερες γενεές (ἀπὸ πρώτης εἰς τρίτην γενεὰν). Η εμφυτευτική παραχώρηση απέφερε μικρό ετήσιο αντίτιμο στον ιδιοκτήτη του ακινήτου. Για το λόγο αυτό είναι πιθανόν ότι οι οίκοι που αναφέρονται εδώ ανήκαν στο κράτος, το οποίο, υπό τη διεύθυνση του Νικηφόρου Α΄, έκρινε ότι οι συμφωνίες αυτές ήταν ασύμφορες και συνεπώς αποφασίστηκε η διακοπή τους. Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι ο όρος οικήτορες είναι απευθείας μετάφραση του λατινικού όρου habitatores, που αφορά τους κατοίκους των πόλεων, και όχι τους ιδιοκτήτες έγγειας ιδιοκτησίας.